Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Βιογραφικό





Έζησα κοντά στους ζωντανούς ανθρώπους
κι αγάπησα τους ζωντανούς ανθρώπους
όμως η καρδιά μου ήταν πιο κοντά
στους άγριους άρρωστους με τα φτερά
στους μεγάλους απεριόριστους τρελούς
κι ακόμα στους θαυμάσια πεθαμένους.




Μίλτος Σαχτούρης



(από το βιβλίο "Ποιήματα (1945 - 1971)", Κέδρος)




Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Γενικευμένος φόβος






Όσοι δουλεύουν, φοβούνται μη χάσουν τη δουλειά τους.

Όσοι δε δουλεύουν, φοβούνται μη δε βρουν ποτέ δουλειά.

Όποιος δε φοβάται την πείνα, φοβάται το φαγητό.

Οι οδηγοί αυτοκινήτων φοβούνται να περπατήσουν και οι πεζοί φοβούνται μην τους πατήσουν τα αυτοκίνητα.

Η δημοκρατία φοβάται να θυμηθεί και η γλώσσα φοβάται να τα πει.

Οι πολίτες φοβούνται τους στρατιωτικούς, οι στρατιωτικοί φοβούνται την έλλειψη όπλων, τα όπλα φοβούνται την έλλειψη πολέμων.

Ζούμε στα χρόνια του φόβου.

Φοβάται η γυναίκα τη βία του άντρα και ο άντρας την άφοβη γυναίκα.

Φόβος των κλεφτών, φόβος της αστυνομίας.

Φόβος της πόρτας χωρίς κλειδαριά, του χρόνου χωρίς ρολόγια, του παιδιού χωρίς τηλεόραση, φόβος της νύχτας χωρίς υπνωτικά χάπια και φόβος της ημέρας χωρίς διεγερτικά χάπια.

Φόβος του πλήθους, φόβος της μοναξιάς, φόβος απ' όσα έγιναν και για όσα θα γίνουν, φόβος του θανάτου, φόβος της ζωής.





Eduardo Galeano




Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Μισήστε





Μισήστε όποιον δεν ανήκει στη φυλή σας.
Μισήστε όποιον δεν έχει την πίστη σας.
Μισήστε όποιον δεν ανήκει στην ίδια με σας κοινωνική θέση.
Μισήστε, μισήστε και μισητοί θα καταντήσετε.
Του μίσους έπεται η σταυροφορία.
Είτε θα σκοτώσετε είτε θα σκοτωθείτε.


Όπως και να ΄χει,
θα 'στε εσείς του μίσους σας τα θύματα.

Ο κανόνας έχει ως εξής:
Δεν δύναται κανείς να 'ναι μονάχος του ευτυχής.
Αν ο πλησίον σας δεν είναι ευτυχισμένος,
ούτε κι εσείς θα είστε ευτυχείς,
Αν ο πλησίον σας δεν έχει μέλλον,
μέλλον δεν θα 'χετε ούτε κι εσείς,
Αν ο πλησίον σας ζει μες στην πίκρα,
μέσα στην πίκρα θα ζείτε κι εσείς,
Αν ο πλησίον σας δεν αγαπιέται
δεν θ' αγαπιέστε ούτε κι εσείς.
Ο κόσμος είμαστε όλοι εμείς, ή τίποτα.
Aνέπαφη αφήνει την αιωνιότητα τού εγωισμού σας το καταφύγιο.
Αν ο πλησίον σας δεν υπάρχει, δεν υπάρχετε ούτε κι εσείς.





Louis Calaferte






Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Διάλογοι





Ἡ νύχτα μὲ συμφέρει


Πράγματι ἡ νύχτα μὲ συμφέρει.
Πρῶτα-πρῶτα ἐλαττώνει τὶς φιλοδοξίες· ὕστερα
διορθώνει τὶς σκέψεις· ἔπειτα
συμμαζώνει τὴ θλίψη καὶ τὴν κάνει ὑποφερτότερη
τὴ σιωπὴ μὲ σέβας ἀνατέμνει·
ἐξαίρει τὴν ὄσφρηση μὰ προπάντων ἡ νύχτα περιζώνει.







Ῥομαντικὸς ἐπίλογος

Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν δὲν ἔχετε
παρακολουθήσει κηδεῖες ἀγνώστων
ἢ ἔστω μνημόσυνα.
Ὅταν δὲν ἔχετε
μαντέψει τὴ δύναμη
ποὺ κάνει τὴν ἀγάπη
ἐφάμιλλη τοῦ θανάτου.
Ὅταν δὲν ἀμολήσατε ἀϊτὸ τὴν Καθαρὴ Δευτέρα
χωρὶς νὰ τὸν βασανίζετε
τραβώντας ὁλοένα τὸ σπάγγο.
Ὅταν δὲν ξέρετε πότε μύριζε τὰ λουλούδια
ὁ Νοστράδαμος.
Ὅταν δὲν πήγατε τουλάχιστο μιὰ φορὰ
στὴν Ἀποκαθήλωση.
Ὅταν δὲν ξέρετε κανέναν ὑπερσυντέλικο.
Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα
καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.
Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα
ὁπουδήποτε.
Ὅταν δὲν ξέρετε πῶς ὁ ὡραῖος Modigliani
τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα μεθυσμένος
χτυποῦσε βίαια τὴν πόρτα ἑνὸς φίλου του
γυρεύοντας τὰ ποιήματα τοῦ Βιγιὸν
κι ἄρχισε νὰ διαβάζει ὦρες δυνατὰ
ἐνοχλώντας τὸ σύμπαν.
Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας
Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.
Ἂν δὲν καταλάβατε πῶς ἡ Ἀνθοῦσα
εἶναι μᾶλλον ἡ ἐποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μὴ μὲ διαβάζετε
ὅταν
ἔχετε
δίκιο.
Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν
δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα...
Ὥρα νὰ πηγαίνω
δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος.






Σχέδιο γιὰ τὸ μέλλον τοῦ οὐρανοῦ

(...)
Ἐγὼ τότε τραγουδοῦσα:
Ἔρωτα μὲ κατοίκησες πολὺ
φύγε ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι.
Δὲν ἔχει οὔτ᾿ ἕνα παράθυρο νὰ βγεῖ.
στὰ δέντρα ἡ ἐρημιά μου
σκόνες μονάχα καὶ σύνεργα τῆς ψυχῆς.
Οἱ ἅγιες εἰκόνες δὲν ὑπάρχουν
ἔρωτα μὴ σημαίνεις-πιά.
Πρέπει ν᾿ ἀρχίσω ἀπ᾿ τὴ λησμονιά.
Μὴ δείχνεις - εἶμαι ὁ ἀνώφελος τὸ ξέρω
σῶμα γιὰ θάνατο καὶ θάνατο
ποὺ ἐλπίζει σ᾿ ἕνα φύλλο δέντρου.
Ἡ φωνή μου λυγίζει.
Ἀλλὰ δὲν παραδίδομαι ἀντίκρυ
σ᾿ αὐτὴ τὴ δύση τρομαγμένος
ἐγὼ μὲ ὅλο τὸ αἷμα μου
ἔτσι ὅπως πόνεσα στοὺς δρόμους ἀτελείωτα
μὲ τόσο σπαραγμὸ στὰ σύνορά μου.
Ὁ οὐρανὸς εἶναι στὸν βαθυκύανο χειμώνα.
Τὸ φῶς φωνάζει μὲ τὸν κεραυνό.
Νὰ μὲ σώσουν τὰ ὄνειρα ἢ νὰ μὲ συντρίψουν
- ἕνα τ᾿ ὀνομάζω.





Νίκος Καρούζος






Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Προδοσία




Κάτω απ' τις καστανιάς τα φύλλα 
με πρόδωσες, σε πρόδωσα και εγώ...


George Orwell

(απόσπασμα από το βιβλίο του "1984", Κάκτος, 1999)







Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Πέσαμε






Το πρωί ο πατέρας ανάβει τσιγάρο
Καίει ο,τι όνειρα είδε και φοβήθηκε 
Δεν το λέει σε κανέναν 
Μόνο πίνει, πίνει μέχρι να πνίγουν 
Μετά βάζει το τσιγάρο μπρος απ' το στόμα του και 
Φυσά να πάρει φωτιά ο,τι απέμεινε από τα πτώματα 
Όμως μετά πάλι πίνει 
Πίνει επειδή έπεσε 
Πίνει επειδή έπεσα 
Πίνει επειδή πέσαμε 
Πίνει επειδή έπεσες και εσύ 
Πίνει επειδή έπεσαν και αυτοί 
Πίνει επειδή όλοι μας δυστυχώς κάπως πέσαμε 
Μέσα στη λίμνη του αλκοόλ του κ' έπειτα
μας καίει με το τσιγάρο που ανάβει το πρωί 
αφού είδε όνειρα και φοβήθηκε πολύ.



Ερασιτέχνης Άνθρωπος




Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Υπογράμμισε το σωστό σου





Προσπαθώ να κάνω το σωστό ακόμα κι αν δεν υπάρχει κανένας γύρω μου.

Συμφωνώ

Διαφωνώ



Προσπαθώ να κρύβω από τους άλλους αυτά που σκέφτομαι πραγματικά.

Συμφωνώ

Διαφωνώ



Το παιδί σου κινδυνεύει στη θάλασσα. Καθώς πηγαίνεις να το πιάσεις, συνειδητοποιείς ότι κινδυνεύουν εξίσου κι άλλα δέκα παιδιά, Μπορείς να πας να σώσεις το παιδί σου αμέσως ή να βοηθήσεις και τα υπόλοιπα, κάτι που θα πάρει περισσότερο χρόνο. Τί κάνεις;

Σώζω το παιδί μου

Σώζω άλλα δέκα παιδιά 



Είναι καλύτερο να πεις ένα ψέμα και να διατηρήσεις τον έλεγχο μιας κατάστασης απ' ό,τι να πεις την αλήθεια με απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Συμφωνώ

Διαφωνώ



'Ένας σταθμάρχης έχει ευθύνη να αλλάζει τις σιδηροδρομικές ράγες σ' έναν απομακρυσμένο κόμβο. Παρά τους κανόνες, παίρνει τον γιο του στη δουλειά, αλλά του δίνει αυστηρές οδηγίες να μην πλησιάσει τις γραμμές του τρένου. Αργότερα βλέπει ένα τρένο να πλησιάζει, αλλά προτού αλλάξει τις ράγες, εντοπίζει τον γιο του να παίζει εκεί, ενώ είναι πολύ μακριά για να του φωνάξει. Αν δεν αλλάξουν οι γραμμές, το τρένο σίγουρα θα συγκρουστεί με κάποιο άλλο, και θα υπάρξουν πολλά θύματα. Αν, όμως, αλλάξουν, το τρένο σίγουρα θα σκοτώσει τον γιο του. Ό,τι κι αν επιλέξει, θα έχει μόλις λίγα δευτερόλεπτα για να τρέξει και να προσπαθήσει να προειδοποιήσει τον οδηγό του τρένου και τον γιο του πριν από τη σύγκρουση.

Αλλάζω τις γραμμές

Δεν αλλάζω τις γραμμές



Εμπλέκεσαι σ' αυτοκινητικό ατύχημα στο οποίο φταις εσύ. Η άλλη οδηγός έχει μπερδευτεί και νομίζει πως φταίει εκείνη. Λες στην αστυνομία πως έφταιγες εσύ ή όχι;

Φταίει εκείνη

Φταίω εγώ


Ένας κοντινός σου άνθρωπος σου εκμυστηρεύεται ότι χτύπησε κάποιον με το αυτοκίνητο ενώ ήταν μεθυσμένος. Ως αποτέλεσμα, έκοψε το ποτό. Νιώθεις υποχρεωμένος να το πεις στην αστυνομία;

Το λέω

Δεν το λέω




J. P. Delaney 



(απόσπασμα από το βιβλίο του "Το προηγούμενο κορίτσι", Ψυχογιός. 2017)






Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Δεν είσαι μόνο εσύ στον κόσμο





Δεν παίζεις μόνον εσύ στον κόσμο, παίζουν και όλοι οι άλλοι. Δεν θέλεις μόνο εσύ στον κόσμο, αλλά θέλουν (άλλα) και οι άλλοι. Και αν το παίζεις ζόρικος, ή θα βρεθεί πιο ζόρικος και θα σε κανονίσει, ή οι άλλοι θα σ' αφήσουν να ζορίζεσαι μόνος σου.



Νίκος Σιδέρης



(απόσπασμα από το βιβλίο "Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν!", σελ. 99, Μεταίχμιο, 2009)






Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Η τρελή γριά




Η τρελή γριά μάζευε σ' αρμαθιές το φως και το 'ριχνε στο υπόγειο. Ύστερα κλείδωνε καλά πόρτες και παράθυρα και καθόταν στη βεράντα για να του πλέξει κανένα φανελάκι: "Δεν είναι μαθημένο στο κρύο και την υγρασία. Να το φορά, να μην κρυώνει για ν' αντέξει μέχρι το χειμώνα να μας φέγγει τις μέρες που θα φυσά και θα βρέχει.", μιλούσε στην ηχώ της η τρελή γριά.



Λεωνίδας Κακάρογλου





Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Ένα φάντασμα




Μες στα υπόγεια της απύθμενης θλίψης
Όπου η Μοίρα μ' εξόρισε ήδη
Εκεί ποτέ δε μπαίνει ακτίνα ρόδινη και χαρωπή
Εκεί μόνο με τη Νύχτα, αγέλαστη κυρία,

Είμαι σαν ένα ζωγράφο που ένας σαρκαστής Θεός
Αλίμονο, τον καταδικάζει να ζωγραφίζει, πάνω στα ερέβη
Όπου μάγειρας με πένθιμες ορέξεις,
Μαγειρεύω και τρώω την καρδιά μου,

Στιγμές στιγμές λάμπει και ξαπλώνεται κι απλώνεται
Μια οπτασία πλασμένη από χάρη και λάμψη.
Με τ' ονειρικό κι ανατολίτικο βάδισμά της

Όταν φτάνει μ' ολόκληρο το μεγαλείο της, 
Αναγνωρίζω την ωραία μου μουσαφίρισσα:
Αυτή είναι! μαύρη κι όμως τόσο φωτεινή.



Σαρλ Μπωτλαίρ





Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Το μέτρημα




Έχτιζα μικρές ζωές στην άμμο,
μια μια το νερό τις διέλυε
Με κοίταξες σκεπτική
Βλέπεις; 
Η ζωή δε χάνεται μια φορά, είπες 
Τη ζωή τη χάνεις πολλές φορές από λίγο 

Άρχισα να μετρώ πόση έχασα 
Δεν έφταναν τα δάχτυλα 
Γέλασες 
Πόση ζωή έχασα; 
Ακόμη περιμένω να αρχίσει 
κι εσύ μου μιλάς για τέλος; 
Πήρα να θυμώνω
 
Η ζωή δε χάνεται μια κι έξω, 
Μαρία, ξαναείπες χωρίς καθόλου να γελάς 
(σαν να μεγάλωσα ξαφνικά) 
Κοίταξες τα χέρια μου, 
άμμος γλιστρούσε απ' τα δάχτυλα 

Τη ζωή, είπες, 
τη χάνεις λίγο λίγο
κάθε φορά που τη μετράς 
Και τους ανθρώπους; ρώτησα, 
αυτούς πώς τους χάνω; 
Α, αυτούς δεν τους χάνεις! είπες 
Απλώς μπερδεύεις στο μέτρημα 
αυτούς που δεν είχες ποτέ



Μαρία Ζαγκλαρά







Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Θυσία




ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ


Όταν διάβασα την ιστορία σου,
το βράδυ είχα πυρετό. 


Όταν εμείς εξακολουθούσαμε να γράφουμε στίχους
εκείνος διέκοπτε κι’ ανέβαινε στην αγχόνη. 

  


ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΑΤΑΤΣΟΣ

Εμείς; Τι είμαστε εμείς;
Μπορεί να το διαβάσουμε με θλίψη (πολλή; Καλά, πολλή),
μπορεί να το συζητήσουμε με πόνο (αν και πόσο καιρό κι αυτό;)
μπορεί — οι πιο ευαίσθητοι — να τ᾽ αγρυπνήσουμε (αν και πόσες νύχτες;)
μα τίποτ᾽ άλλο.
Όλα τ᾽ άλλα είν᾽ της μητέρας του παιδιού.




Κώστας Μόντης



(Από το βιβλίο του “Στιγμές”, 1958)







Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Διαβάτη, δεν υπάρχει δρόμος





Όλα περνούν κι όλα μένουν,
αλλά δικό μας είναι το να περνάμε
να περνάμε κάνοντας δρόμους,
δρόμους πάνω στη θάλασσα.
Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα,
ούτε ν’ αφήσω στη μνήμη
των ανθρώπων το τραγούδι μου.

Εγώ αγαπώ τους ανεπαίσθητους κόσμους,
τους αβαρείς και αβρούς,
σαν σαπουνόφουσκες.

Μ’ αρέσει να τους βλέπω να ζωγραφίζονται
από ήλιο και πορφύρα, να πετάνε
κάτω από το γαλανό ουρανό, να πάλλουν
κι αμέσως να σπάνε

Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα
Διαβάτη, τα ίχνη σου είναι
μόνο ο δρόμος και τίποτε άλλο

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος,
ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας
Βαδίζοντας γίνεται ο δρόμος
και γυρίζοντας το βλέμμα πίσω
φαίνεται το μονοπάτι
που ποτέ δε θα ξαναπατήσεις
Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος
μόνο απόνερα στη θάλασσα.



Antonio Machado







Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Αδερφική αγάπη




Μην αφήνετε κανένα χρέος σε κανένα, εκτός βέβαια από την αγάπη που την οφείλετε πάντοτε ο ένας στον άλλο. Όποιος αγαπάει τον άλλο έχει τηρήσει το σύνολο των εντολών του Θεού. Γιατί το μη μοιχεύσεις, μη φονεύσεις, μην κλέψεις, μην επιθυμήσεις, κι όλες γενικά οι εντολές συνοψίζονται στη μία ετούτη: Ν' αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου. Η αγάπη σε καμιά περίπτωση δεν κάνει κακό στον άλλο. Η αγάπη είναι η τέλεια εκπλήρωση των εντολών του Θεού. 


Απόστολος Παύλος


(επιστολή "Προς Ρωμαίους", κεφάλαιο 13)








Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Μνήμη Χρυσόψαρου




Πρόσφατα ομάδα επιστημόνων από το Ισραήλ, παρουσίασε τα στοιχεία μιας ενδιαφέρουσας μελέτης γύρω από τη μνήμη των χρυσόψαρων. Πειράματα έρχονται να καταρρίψουν έναν ακόμα μύθο και να αποδείξουν πως τελικά, το συγκεκριμένο είδος ψαριών διαθέτει μνήμη, η οποία μάλιστα διαρκεί έως και αρκετούς μήνες μετά τη βίωση όποιας εμπειρίας, ενώ επικεντρώνεται στο αίσθημα του πόνου. Ηλεκτρικοί ακροδέκτες , τοποθετημένοι σε ενυδρείο, ΄΄χτυπούσαν΄΄ τα ψάρια, κάθε φορά που πλησίαζαν συγκεκριμένα σημεία. Σύντομα διαπιστώθηκε πως τα χρυσόψαρα απέφευγαν να πλησιάσουν εκεί για πολλές εβδομάδες…

«Ορίστε μας…Τα βλέπεις; Μέχρι και τα παλιόψαρα τελικά θυμούνται…» Πέταξε το τηλεκοντρόλ πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Ένα πλαστικό τραπεζομάντηλο, από κείνα τα αλέκιαστα, καλύπτει τελευταία το καφέ, σκαλιστό ξύλο. «Κάποτε, τις όμορφες εκείνες μέρες, άπλωνε τα κοφτά της προίκας της. Πάντα  λευκά και καλοσιδερωμένα, αντάξια της φήμης που είχε στη γειτονιά. Νοικοκυρά και κιμπάρισσα. Έπρεπε να την έβλεπες τότε. Κυρία με τα όλα της. Ντυμένη στην τρίχα, με τα ταγιεράκια της, το καλοχτενισμένο της μαλλί. Το σπίτι μας; Χάρμα ιδέσθαι! Λαμποκοπούσε, ντρεπόσουν να πατήσεις. Κι όλα περνούσαν απ ’το χέρι της. Έφερνε βόλτα το σπίτι, τους λογαριασμούς, εμένα. Κυρίως εμένα. Από την πρώτη στιγμή που την αντίκρισα, ήξερα πως θα γεράσουμε μαζί. Έστω κι έτσι…»
Είναι ένας από τους καθημερινούς  μονολόγους του Τ  κάθε φορά που αναζητά
 λίγη παρηγοριά στο παρελθόν. Κάθε που την κοιτάζει  με την ίδια ακριβώς  ευγνωμοσύνη για όλα όσα υπήρξε κάποτε. Πράγματι, οι περιγραφές του ταιριάζουν γάντι με εκείνες όσων τους επισκέπτονται συχνά πυκνά. Όλοι ανεξαιρέτως μιλούν για μια  εκπάγλου καλλονής γυναίκα, που άθελά της προκαλούσε τη ζήλια όλων των θηλυκών του  τετραγώνου. Το ίδιο γυναικομάνι που τώρα συρρέει κατά δεκάδες,  φέρνοντας φαγητό στον κακομοίρη -έτσι τον χαρακτηρίζουν χαμηλοφώνως- σύζυγό της. Έφτασε η ώρα να αποδείξουν κι αυτές με τη σειρά τους την κρυμμένη τους νοικοκυροσύνη. Σαν καλές χριστιανές, έρχονται καθημερινά να βοηθήσουν όπως όπως  ή μάλλον να οικτίρουν με θυμηδία τη γειτόνισσα, που έτσι τα έφερε η μοίρα  και έπεσε τελικά στην ανάγκη τους. Και κάθε βράδυ, μέσα στα φαρδιά τους νυχτικά, προσεύχονται μην τις βρει ποτέ το Κακό.

            Η Δ με έφερε εδώ πριν τρία χρόνια. Μου χάρισε ένα σπίτι στο οποίο ομολογουμένως βρήκα περισσότερα απ ’όσα θα μπορούσα ποτέ να ζητήσω, με το φαγητό και την καθαριότητα στις υψηλότερες θέσεις της λίστας. Ο Τ  με καλοδέχτηκε αμέσως. Εξάλλου ό,τι αγαπούσε εκείνη το αγαπούσε ο ίδιος διπλά. Τους λάτρεψα από την πρώτη στιγμή .Οι κινήσεις τους στοργικές στο κάθε τι. Όταν ο Τ  της χάιδευε τα μαλλιά ή όταν η Δ σερβίριζε το φαγητό στα πιάτα σαν σε ιεροτελεστία. Ήμουν κι εγώ αποδέκτης μιας  αγάπης ουσιαστικής, που κρατούσε πενήντα ολόκληρα χρόνια. Τον πρώτο καιρό, περνούσαμε τις περισσότερες ώρες στο σαλόνι, παρακολουθώντας  ντοκιμαντέρ για σπάνια είδη της τροφικής αλυσίδας, νέες έρευνες και πειράματα πάνω στα οποία έπειτα η Δ και ο Τ συζητούσαν διεξοδικά, μέχρι που τους έπαιρνε τελικά ο ύπνος αγκαλιά στον καναπέ. Κάθε πρωί γευμάτιζαν στο μεγάλο, ξύλινο τραπέζι της κουζίνας. Πάνω στο λευκό τραπεζομάντηλο, περίοπτη θέση είχαν δυο πορσελάνινα, λουλουδάτα φλιτζάνια γεμάτα αχνιστό, ελληνικό καφέ απ’ τα χεράκια της. Έπειτα οι δρόμοι τους χώριζαν μέχρι την ώρα του μεσημεριανού. Εκείνος, αφού πρώτα της έδινε ένα γλυκό φιλί στο μέτωπο,  φορούσε το καπέλο με τον πλατύ γείσο και κατηφόριζε προς το κοντινό καφενείο. Η Δ έμενε στο σπίτι. Διατηρώντας το ίδιο πάντα γλυκό χαμόγελο, ξεκινούσε τις καθημερινές της ασχολίες, τραγουδώντας  καντάδες  και αναπολώντας εποχές ερώτων και απόλυτης ξεγνοιασιάς. Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά, μου χαϊδεύεις γλυκά τα μαλλιά… «Ώρα για το πρωινό σου. Καλή όρεξη!» Έτσι κεφάτα και μελωδικά ξεκινούσε και η δική μου μέρα. Έμοιαζε με κινούμενο αερικό. Ψηλή, αδύνατη –λίγο κυρτή λόγω ηλικίας- ντελικάτη. Τα άσπρα μαλλιά της πιασμένα πάντα σε χαμηλό κότσο άφηναν το  πρόσωπο να πρωταγωνιστεί. Λεπτά χαρακτηριστικά με καμβά τη λευκή, σαν σαπούνι, επιδερμίδα. Οι βαθιές ρυτίδες δε στερούσαν τίποτα από την ομορφιά της, έμοιαζαν μάλλον με διάσπαρτα ρυάκια που κατέληγαν όλα στη μαύρη εκβολή των ματιών της. Η καθημερινή περιβολή της φροντισμένη, εντός κι εκτός του σπιτιού . Πίστευε πως η γυναίκα μπορεί να είναι περιποιημένη  ακόμη και τώρα, στα προτελευταία –ήντα, με μια μεγαλύτερη ίσως προσπάθεια απ’ ότι στο παρελθόν.
«Κι αφού  ομορφύναμε και στολιστήκαμε, ας μελετήσουμε τα κιτάπια μας». Έτσι ονόμαζε η Δ τους λογαριασμούς πάσης φύσεως. Τους φυλούσε όλους σ ’έναν παλιό, ξεφτισμένο φάκελο, τον οποίο αρνιόταν πεισματικά να αποχωριστεί αφού κάποτε λέει, συνδυαζόταν κατά έναν περίεργο τρόπο, με όλα τα αγαπημένα της ταγιέρ. «Τα βλέπεις όλ’ αυτά; Αχ…εγώ τα κουλαντρίζω. Αλλιώς καήκαμε. Με τις γκαζόλαμπες θα ήμασταν .Τετρακόσια ευρώ η ΔΕΗ, πενήντα το νερό. Αύριο να πάω να τα πληρώσω. Αρχές του μήνα. Θα’ χει μπει  η σύνταξη. Μια χαρά είμαστε. Δόξα τω Θεώ! Πάμε τώρα να ετοιμάσουμε το μεσημεριανό μας». Εκείνες οι μυρωδιές…Πότιζαν οι τοίχοι μπαχάρι και κανέλα. Καταγωγή από την Πόλη η Δ. Οι συνταγές εκτελούνταν πάντα με το μάτι. Δυο πρέζες αλάτι, μία μπαχάρι, μία κανέλα. Ήξερε εκείνη. «Καλοί οι τσελεμεντέδες αλλά σαν το μάτι…  Όλα εδώ τα έχω.» Κι έδειχνε με το να χέρι την καρδιά και με τ’ άλλο το μυαλό. Αυτά ήταν τα δυνατά της σημεία. Μια τεράστια καρδιά που χωρούσε όλο τον κόσμο κι ένα τετραπέρατο μυαλό το οποίο ήξερε να χρησιμοποιεί όπως έπρεπε. Έτσι το χρησιμοποιούσε και στα σταυρόλεξα που έλυναν κάθε απόγευμα με τον Τ μετά το μεσημεριανό ύπνο. Κανένα Οριζοντίως και Καθέτως δεν της ξέφευγε. Διάλεγε πάντα εκείνα για τους δυνατούς λύτες. Όταν ο Τ  παραπονιόταν για το πόσο κουτός μοιάζει μπροστά της, κατά βάθος τη θαύμαζε και χαιρόταν, ακόμη κι αν αυτό στοίχιζε  στον αντρικό του εγωισμό. Το Κακό όμως δε λογαριάζει δυνατούς λύτες· χτυπά Οριζοντίως και Καθέτως.

            Το πρωί….το πρωί.. Λαλαλαλα. Όμορφο τραγούδι μα πλέον λειψό. Τον τελευταίο χρόνο δεν το ξανακούσαμε ποτέ ολόκληρο. Έτσι ξεκίνησαν όλα. Μια λειψή καντάδα στην αρχή κι έπειτα  απλήρωτοι λογαριασμοί. Ξεχασμένοι σ’ έναν ξεφτισμένο φάκελο, στο βάθος μιας ντουλάπας,  που έσφυζε από όμορφα ρούχα παραδομένα πλέον στο σκόρο και στην αχρησία. Τις περισσότερες ώρες μας τώρα, τις περνάμε στην κουζίνα. Εκεί νιώθει ασφαλής. Ο Τ μετέφερε  και την τηλεόραση πάνω στον πάγκο εργασίας, αφού πια δε χρησιμεύει σε κάτι άλλο. Το ένα δυνατό της σημείο φαινόταν να ατροφεί. Απότομα, απροσδόκητα. Το άλλο έμενε εκεί , προσπαθώντας να καλύψει το αδυσώπητο κενό.

Οριζοντίως…

Η Δ λειτουργεί πια μόνο με την καρδιά.

Η Δ μιλά πότε αργά, πότε γρήγορα, πότε καθόλου.

Η Δ δε βγαίνει, δεν ανοίγει τα κιτάπια της , δε λύνει σταυρόλεξα.

Η Δ κοιτά τον Τ με καχυποψία.

Η Δ δεν παρακολουθεί έρευνες, δε μαγειρεύει, δε στρώνει λευκά τραπεζομάντιλα.

Η Δ δεν κοιμάται αγκαλιά με τον Τ.

Η Δ δεν κοιμάται.

Η Δ δεν ξέρει αν είναι Δευτέρα, Τρίτη, Σάββατο.

Η Δ κλαίει, σκίζει φωτογραφίες γάμου, πετά τα σκουπίδια απ ’το μπαλκόνι.

Η Δ χαράζει τα μάγουλά της με ρουζ, έντονο κόκκινο και φορά την πλισέ της φούστα
ανάποδα.

Η Δ πίνει χάπια exelon, noforit, nootrop· χαζεύει τη χρωματική πανδαισία στις χούφτες
της- κόκκινα, κίτρινα, ροζ- στρόγγυλα σαν τα κουμπιά του αγαπημένου της ταγιέρ.

Που το έκρυψες; Θέλω να το φορέσω! Φέρ’ το  μου σου λέω! Είναι ανοιχτά σήμερα τα μαγαζιά! Θα βγω! Πρέπει να φύγω! Άσε με!  Με πονάς! Ποιος είσαι εσύ; Ξέρεις ποια είμαι εγώ; Ποια είμαι; 


Καθέτως…

Ο           Ο           Ο           Ο              Δ              Ο
                                                        Ο
Τ            Τ           Τ           Τ              Ν              Τ
                                                        Ε              Η
Π            Τ          Τ            Μ             Π               Σ
Ρ             Η         Η            Α             Ε
Ο            Ν          Ν           Θ              Ζ              Μ
Σ                                      Α              Ι                Ι
Π            Ψ         Τ             Ι              Λ               Λ
Α            Α          Α            Ν             Η               Α
Θ            Χ          Ϊ             Ε
Ε            Ν          Ζ            Ι               Ρ
Ι             Ε          Ε                            Ι
              Ι           Ι            Λ               Β
                                Ε               Α
                                Ξ               Σ
                                Ε               Τ
                                Ι                Ι
                                Σ               Γ
                                                Μ
                                                 Ι
                                                Ν
                                                Η


Ο Τ της μιλά… «Μέχρι και τα παλιόψαρα…» Τον κοιτάζει βουβή, βυθισμένη στα νερά μιας απύθμενης θάλασσας.
            Όσο για το δικό μου νερό, αυτό έχει μέρες να αλλαχτεί. Και κάπως έτσι, ξέροντας ότι σιγά σιγά πνέω τα λοίσθια , σκέφτομαι πως έχοντας καταρρίψει μύθους, πειράματα και έρευνες, θυμάμαι πολλά περισσότερα απ’ όσα  θα περίμενε κανείς από ένα χρυσόψαρο. Σε ένα πράγμα συμφωνώ με αυτούς εκεί στην οθόνη. Τον πόνο δεν τον ξεχνάς εύκολα… Ακόμη κι αν τον κοιτάς,  μέσα από μια γυάλα.




  


Μαρία Μυλωνά






Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Πουλιά ταξιδεύουν στο δρόμο μας





-Μίλα!

-Μίλα! Γιατί δε μιλάς;

-Μίλα! Δε με νοιάζει τι θα πεις, μίλα!

-Μίλα! Μίλα!

Πες της... πες της... γιατί δεν της λες ότι κάθε στιγμή μαζί ήταν γιορτή.

Επιφάνεια, οι δυο σας μόνοι μέσα στον κόσμο.

Ότι ήταν πιο θαρραλέα, πιο αναλάφρη κι από πουλί, ότι κατέβηκε ορμητική δυο δυο τα σκαλιά σαν ίλιγγος και μέσα από την υγρή πασχαλιά σε οδήγησε στο βασίλειό της, στην άλλη πλευρά, πίσω από τον καθρέφτη.

Πες της, γιατί δεν της λες, ότι όταν ήρθε η νύχτα, άνοιξαν διάπλατα οι πύλες της αγίας τράπεζας, ότι στο σκοτάδι έλαμψε η γύμνια σας, καθώς γείρατε.

Ότι άνοιξες τα μάτια σου και την είδες στο πλάι σου και είπες...

Πες της το.

Αυτό πρέπει να της το πεις: ευλογήμενη να' σαι.

Κι ότι ήξερες πως η ευλογία σου ήταν θράσος.

Ότι κοιμόταν και το χέρι της ήταν ακόμα ζεστό κάτω από τα σκεπάσματα.

Πες της για τα ηλεκτροφόρα σύρματα της κοιλιάς της, ότι βουνά πρόβαλλαν στην ομίχλη, θάλασσες λυσσομανούσαν, ενώ κοιμόταν ακόμα καθισμένη σε θρόνο κι ήταν, θέε μου, δική σου.

Πες της, γιατί δεν της λες ότι όταν ξαπλώνατε μαζί, έσβησαν πόλεις χτισμένες ως εκ θαύματος.

Πουλιά ταξίδευαν στον ίδιο δρόμο.

Ότι ο ουρανός ξετυλιγόταν μπρος στα μάτια σας, ότι τα ψάρια στα ποτάμια κολυμπούσαν αντίδρομα.



Arseny Tarkovsky




Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Θρίαμβος Χρόνου


Αγαπητή μου Μαρία
Λένε άνευ όρων∙ αυτό
μην το ακούσεις.
Έχε όρους αιωνιότητας,
εγώ σε συμβουλεύω.




Φιλοσοφείς τρυφερότητα
χωρίς φιλοσοφία∙
στέργεις αιωνιότητα
μονάχα με το βλέμμα∙
είσαι μια ζωντανή βαθειά
σελίδα σώματος
π' αστράφτει σε παρθενικότητα.
Ο χρόνος είν' ακόμη για σένα
θρίαμβος
και σου τον εύχομαι πάντα.





Νίκος Καρούζος




Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Η σύλληψη

                    
                                Αποτέλεσμα εικόνας για ραφτρα



Δεν τα πίστευε αυτή τα μαχαίρια και τα ψαλίδια. Σιγά μην περίμενε να της πει το μαχαίρι ότι θα κάνει αγόρι ή το ψαλίδι κορίτσι. Αυτή θα έκανε αγόρι. Έπρεπε κάποιος να κάνει την αρχή και να γίνουν και τα αρσενικά, άνθρωποι. Το επιβεβαίωσε όταν ένιωσε τις κλωτσιές, τις καούρες και την καρδιά του. Σαν άλογο έκανε καθώς ο αναβάτης το χτυπάει με το μαστίγιο. Δεν είπε στον άντρα της για το μωρό, μέχρι που άρχισε να φαίνεται η κοιλιά της. Ούτε τότε θα το έλεγε, αλλά φοβήθηκε την κακιά την ώρα και μήπως χρειαστεί να πέσει στην ανάγκη του. Δεν θα το καταλάβαινε από μόνος του. Άλλωστε όλη μέρα ο καθένας στις δουλειές του –καθόλου τυχαίο από μεριά της- αυτός στα καλάθια του, αυτή στις ραπτομηχανές της. Ούτε το ίδιο κρεβάτι δεν μοιράστηκαν ποτέ. Και τώρα που έκανε τη θυσία για να πιάσει τον γιο της, φρόντισε να φάει πολύ σκόρδο, να μην την φιλάει, απλώς να γίνει γρήγορα η δουλειά και να ξεμπερδεύει. Έπειτα πήγε, πάνω, στο δωμάτιό της, ξάπλωσε με σηκωμένα τα πόδια της και περίμενε να γίνει το φύτεμα. Το ίδιο έκανε και τις επόμενες τρεις μέρες. Την τέταρτη, που ήρθε αυτός να της το ζητήσει -γλυκάθηκε βλέπεις ο χωριάταρος- βρήκε την πόρτα της αμπαρωμένη και όταν της χτύπησε, τον στόλισε με «γλυκόλογα». 
    Σε κανέναν άλλον δεν το ‘πε και μέχρι που ήρθε η ώρα να γεννήσει καμιά από τις κυράδες που τις έραβε ταγέρ δεν το μυρίστηκε. «Τέτοια χρυσοχέρα είσαι, για σένα τίποτα δεν κάνεις», της έλεγε η μία, «τα τσουβάλια που έχουμε το σιτάρι για τις κότες, καλύτερα είναι», της έλεγε η άλλη, αυτή όμως σταθερή, το ίδιο μαύρο φαρδύ φόρεμα με τις τσέπες που χωρούσαν μέχρι και ένα πεπόνι έκαστη, φορούσε πάντα, απλώς το καλοκαίρι σήκωνε τα μανίκια. Στα γόνατα και τους αγκώνες, όταν έπεφτε το φως, επέτρεπε να διαγραφεί λίγο η σάρκα της, αλλά οι μαύρες ελαστικές κάλτσες εμπόδιζαν τις περαιτέρω αποκαλύψεις. «Φτάνει πια που το φοράς, σε λίγο τα γόνατά σου έξω θα βγουν», της είπε πριν κάποιες μέρες μία, για να λάβει την απάντηση «για γονάτιζε εσύ όλη μέρα, να  καρφιτσώνεις στριφώματα σε κυράτσες και θα σου πω εγώ για γόνατα και σκισίματα». Δεν συνέχισε όμως, θα ανέβαζε πίεση και φοβήθηκε μην της σπάσουν τα νερά. Έσφιξε μια καρφίτσα ανάμεσα στα δόντια της, τάχα να την έχει έτοιμη για το επόμενο σημάδι και όταν ήρθε η ώρα του, πως έτυχε να την μπήξει πιο βαθιά και να κάνει την πελάτισσά της να τιναχθεί από το απρόσμενο τσίμπημα, προσποιήθηκε πως δεν το κατάλαβε. 
    Οι μέρες κόντευαν. Τα πόδια της ζορίζονταν να σηκώσουν τα παραπάνω κιλά. Ενενήντα είχε ήδη από πριν, βάλε και το 1,80 ύψος, η κατάσταση ήταν απελπιστική. Δεν διαμαρτυρόταν όμως, θα έκανε απευθείας παλίκαρο! Αυτό σκεφτόταν και έπαιρνε δύναμη. Κάλεσε τη μαμή. Εκείνη της είπε πως το μωρό της γύρισε και πως είναι έτοιμο. Ζέσταναν το καζάνι με το νερό, ταίριαξαν τις πετσέτες, τα σεντόνια και απολύμαναν το ψαλίδι. Ο άντρας της έλειπε. Πήγε να πουλήσει τα καλάθια του σ’ ένα χωριό, δυο μέρες δρόμος. Καλύτερα, σκέφτηκε, μακριά να είναι ο γρουσούζης. «Ήρθε το κάρο να με πάρει. Πρέπει να πάω στο δίπλα χωριό. Η κόρη του προέδρου θα κάνει δίδυμα. Μόλις με χρειαστείς στείλε τον Παναγιωτάκη με το ποδήλατο και σε είκοσι λεπτά θα είμαι εδώ», την ορμήνευσε η μαμή. Ήδη ένιωθε να υγραίνονται οι κάλτσες της, αλλά δεν έβγαλε μιλιά, μόνο της έγνεψε κάτι σα ναι και μόλις απομακρύνθηκε η μαμή έβγαλε μια στριγκλιά. Έπιασε το ψαλίδι με μια καθαρή πετσέτα, έβγαλε το φόρεμά της, όχι τις κάλτσες, έφερε τις πετσέτες πλάι της και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Στην τρίτη σπρωξιά της, βγες του φώναξε, και αμέσως ακούστηκε το κλάμα του. «Έτσι γιε μου, θα με ακούς, πάντα» του είπε, ενόσω έκοβε τον ομφάλιο λώρο. Τον έπλυνε, σχολαστικά, έφτυσε στα γεννητικά του όργανα και αφού τον σήκωσε ψηλά και τον καμάρωσε, τον σκούπισε και του τα φίλησε. Ήταν πια σίγουρη πως άξιζε το όνομα που είχε από την πρώτη στιγμή σκεφτεί. Αυτό, της άγνωστης και πραγματικής μάνας της κι ας νόμιζαν όλοι πως έβαλε του πεθερού της. «Να ’τος ο γιος μου, ο παλίκαρός μου, ο Δημητρός μου». 




Ερασιτέχνης Άνθρωπος



Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Γαλήνη του έρωτα





Μαρία 
Είμαστε στην 
αβυσσαλέα
πραγματικότητα.
Εσύ με αγγελικό
τρόπο
να εγκαινιάσεις
ανάμεσα στον ήλιο
τη μεγάλη του έρωτα
γαλήνη.



Νίκος Καρούζος