Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Ταλαιπωρία





Ω Ταλαιπωρία!
Έναν άνθρωπο ζητώ να μιλήσω και δεν βρίσκω.




Αββάς Σισώης



(Από το "Γεροντικό")










Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Δημητρός




Όταν περπατάει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις συμβαίνει αυτό, έχει το άσπρο του φορτηγάκι που τον πάει παντού, το αριστερό του πόδι κάνει περισσότερο θόρυβο. Ο πάτος απ’ το παπούτσι του είναι σχεδόν ξεκολλημένος και το σέρνει να μη φανεί. Στο παντελόνι, φαίνονται τα σχήματα  του κινητού, των κερμάτων, των τσιγάρων, ήταν δεν ήταν στις τσέπες του. Ξεθωριασμένο το χρώμα του παντελονιού και στον κώλο, κάθεται μες τις ώρες στο μπακάλικό του και ας μην πατά πια ψυχή και πίσω από το γόνατο, το δεξί βεβαίως, εκεί που λυγίζει το πόδι. Η ζώνη κάτω από την κοιλιά καθόλου δεν εμποδίζει το πουκάμισο να βγει από τη μέση του και οι αγκώνες έχουν φαγωμένα μπαλώματα τόσο που δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν ήταν έτσι από την αγορά του ή αν τα έραψε κάποια από τις τρεις και πλέον γυναίκες του. Μέσα σε δέκα χρόνια εξάντλησε τους τρεις επιτρεπόμενους ορθόδοξους γάμους, ακολούθησαν συγκατοικήσεις χωρίς τέτοιου είδους επισημότητες αλλά και οι αντίστοιχοι χωρισμοί. «Κι άλλες πάτε και πάρτε τον. Για ζήστε μαζί του να δείτε και σεις τι εστί Δημητρός», έλεγε η πρώτη του γυναίκα όταν οι γειτόνισσές της την σφύριξαν πως σπίτωσε άλλην. Όλες έζησαν στο σπίτι του, το πατρικό της μάνας του, στης οποίας το δωμάτιο καμιά δεν άφηνε να μπει, έστω να ανοίξει το παντζούρι. Μόνο αυτός. 
   Το μπακάλικο ρήμαζε από τότε που έφυγε και η τελευταία, πέντε χρόνια τώρα. Ψωμιά, γάλατα και τσιγάρα έφερνε, όσα θεωρούσε αναγκαία γι’ αυτόν. Κάτι γιαγιάδες που δε μπορούσαν να περπατήσουν μέχρι την πλατεία ήταν οι μόνες πελάτισσες και επειδή δεν καλοέβλεπαν τις πάσαρε και κανένα ληγμένο γάλα. Δωσ’ του και έκαναν ρυζόγαλο για να μην το πετάξουν και από καμιά φορά, η γιαγιά απέναντι που ήταν σαν θειά του, του πήγαινε και από κανένα αχνιστό πιάτο με μπόλικη κανέλα. «Αχ Δημητρό, στην σύνταξη κοντεύεις να βγεις και ποια η προκοπή σου;». Δεν την απαντούσε πια. Είχαν πει τα ίδια και τα ίδια άπειρες φορές. «Δεν άφησες  γυναίκα να στεριώσει στο σπιτικό σου ή ένα παιδί, αφιλότιμε, φοβήθηκες να κάνεις να το 'χεις συντροφιά, να σε γηροκομήσει. Ποιος θα γυρίσει να σε δει νομίζεις, εγώ;», ήταν η συνέχεια της ίδιας «κασέτας» που έπαιζε για χρόνια. Παιδί, λέει, τι παιδί; Και αν δεν έβγαινε κορίτσι να του δώσει το όνομα της μάνας του, τι να το κάνει; Να έβγαινε κανένα αγόρι και να έπρεπε να ακούει μια ζωή το όνομα του αναθεματισμένου πατέρα του. Θεός να φυλάξει! Καλά έκανε ο ακατανόμαστος και τους άφησε χρόνους νωρίς, αν και ήταν κάπως ξαφνικά, όλοι το είπαν στο χωριό, και καλά έκανε και αυτός που δεν έκανε παιδιά, γιατί άλλωστε καμιά τους δεν θα μπορούσε να του κάνει κόρη σαν τη μάνα του. 
   Πήρε τον δρόμο χωρίς το φορτηγάκι του. Δεν ήθελε να ταράξει με τη τρύπια του εξάτμιση την ησυχία της κυρά Μέλπως, όχι βέβαια ότι μπορούσε να την αναστατώσει, αφού ξαπλωμένη στο νεκροκρέβατό της ήταν, αλλά να, θυμόταν τα λόγια της μάνας του που του έλεγε «ο νεκρός θέλει ησυχία, γιατί αλλιώς θα σηκωθεί και θα σε πάρει μαζί του». Φοβόταν, δεν γινόταν να το αρνηθεί, από χρονιάρικο τον κουβαλούσε μαζί της όπου και αν πήγαινε, μα οι αγαπημένες του στιγμές ήταν στις κηδείες, όταν πήγαιναν στο σπίτι να κλάψουν το νεκρό. Καθόταν κολλητά στη μαμά του, τότε τα σπίτια ήταν στενόχωρα, με σταυρωμένα τα χέρια, μα δεν τον πείραζε καθόλου, ούτε το ότι ήταν το μόνο παιδί, ούτε ότι έκλαιγαν, ούτε το στρίμωγμα, αντιθέτως, γιατί μπορούσε να είναι τόσο κοντά της, να την μυρίζει, να την αγγίζει, να ακουμπά το κεφάλι του στο μπράτσο της, τάχα ότι συμπονά και αυτός ή ότι βαριέται. Κάποιες φορές κουνιόταν ελαφρά μπρος πίσω για να μοιάζει με χάιδεμα η μεταξύ τους επαφή. Ο Δημητρός από τότε, τι κι αν έθαψε τη μάνα του, πήγαινε σε όλες τις κηδείες με την πρόφαση πως είχε μπακάλικο, ήταν επιχειρηματίας και έπρεπε να έχει με όλους καλές σχέσεις, καθόταν πλάι σε κάποια γιαγιά και έβαζε τα χέρια στα μάτια του και έκλαιγε, όχι για το άρτι αποθανόντα, αλλά για τη μάνα του και μόνο για αυτήν.



Ερασιτέχνης Άνθρωπος



Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Ράλι





Έπεσες σε κενό ανθρώπου.
Προσδέσου.


Στη δεξαμενή των λυγμών σου
πρόσθεσε το όνομα μου.


Οι αποθήκες των ονείρων μου
είναι πάντα γεμάτες χώμα.



Ασαφή τα όρια αυτής της νύχτας
που σε περιμένω.



(Από τη συλλογή "Δευτερόλεπτα του φόβου", Κέδρος, 2006)




Έσπασε το μολύβι.
Έσπασε το χέρι.
Έσπασε η γλώσσα.

—Όλοι φωνάζουν—



(Από τη συλλογή "Τα οστά", Κέδρος, 1982)





Σήμερα οδηγώ πολύ νευρικά
και με μεγάλες ταχύτητες την πολυθρόνα μου. 
Ήδη έχω σπάσει τρεις φορές το φράγμα του νέφους. 
Έχουν σακατευθεί,
έχουν σκοτωθεί πολλοί σωσίες μου. 
Έμεινα μόνος. 
Μόνος οδηγώ αυτόν τον κίνδυνο. 
Περνώ αστραπιαία και με κοιτούν με απορία. 
Ούτε κατάλαβα ποτέ γιατί τρέχω έτσι ακίνητος, αφηρημένος, κοιτώντας αλλού την ησυχία. 
Τα σήματα της τροχαίας κάποιος τα έχει αλλάξει 
και δείχνουν συνέχεια μονόδρομο. 
Πολλές φορές την πόλη την έχω δει 
ανάποδα ή έχω πέσει σε βαθιά νερά. 
Άλλες φορές οι λακούβες είναι στρωμένες 
με μπαμπάκι, η ορατότητα αρίστη. 
Όπως αντιλαμβάνεσθε, όλα μαθηματικώς με οδηγούν 
στην επόμενη στροφή που περιμένει: 
ο γκρεμός, η θάλασσα, η απογείωση. 







Γιάννης Κοντός




(Από τη συλλογή «Δωρεάν Σκοτάδι», Κέδρος, 1989)





Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Ο κακός ο άνθρωπος






Είμαι ο πιο κακός άνθρωπος στον κόσμο. 
   Έτσι νομίζω τουλάχιστον. Εντάξει, μπορεί και να κάνω λάθος. Πάντως απ’ όλους τους ανθρώπους που έχω γνωρίσει στη ζωή και στα ταξίδια μου – και δεν είναι και λίγοι – χειρότερος από εμένα δεν υπήρξε ποτέ κανείς.
   Είμαι πραγματικά κακός. Έχω πλήρη αντίληψη της κακότητάς μου και, όποτε τη φανερώνω, το κάνω συνειδητά. Δεν αφήνομαι να παρασυρθώ από άλλα κατώτερα ένστικτα. Μίσος, πικρία, ζήλια, εκδίκηση, όλα αυτά τα περιφρονώ. Δεν τα χρειάζομαι για να είμαι κακός.
   Η δική μου κακία είναι αγνή. Πρωτογενής. Αυθύπαρκτη. Ξυπνάει μέσα μου όπως η πείνα το μεσημέρι και η νύστα αργά το βράδυ. 
   Δεν μου την εμπνέουν το περιβάλλον μου και οι άλλοι. Δεν θα το επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου να είμαι κακός για τους άλλους. Είμαι κακός για τον εαυτό μου. Μπορεί να είναι οι άλλοι που την εισπράττουν, αλλά – ειλικρινά – δεν μισώ, ούτε καν αντιπαθώ κανέναν τους. Αντιθέτως. Πολλούς απ’ αυτούς τους αγαπώ. Ίσως και όλους. 
   Κάποιους μάλιστα τους αγαπώ περισσότερο. Σ’ αυτούς αφιερώνω και το μεγαλύτερο μέρος της κακίας μου. Οι πιο αδύναμοι υποφέρουν. Οι πιο δυνατοί μού την ανταποδίδουν. Και ο κόσμος προχωρά. Και η ζωή συνεχίζεται.
   Δεν μπορώ να ξέρω αν γεννήθηκα κακός. Δεν θυμάμαι. Κι όμως, είμαι σίγουρος πως θα πεθάνω τέτοιος.
   Είμαι στ’ αλήθεια περήφανος για την κακία μου. Είναι το αγαπημένο παιδί. Το σημαντικότερο δημιούργημά μου. Έργο ζωής. 
   Κάποτε, όταν ήμουν νέος, προσπάθησα να απαλλαγώ από αυτήν και να αλλάξω. Γρήγορα, ευτυχώς, κατάλαβα την πλάνη μου. 
   Δεν γίνεται να είναι κανείς και ερωτευμένος και καλός άνθρωπος.




Γιάννης Αντάμης


(απόσπασμα από το βιβλίου του "κατά τον δαίμονα εαυτού", Τόπος, 2008)



Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Αχ η αγάπη




Με την αγάπη, προτεραιότητα έχει το όλον απέναντι στο ιμπεριαλιστικό εγώ. Η αγάπη είναι η παγκόσμια έλξη χάρη στην οποία στέκεται ο κόσμος. Η αγάπη βασίζεται στην ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου και δεν επιβάλλεται. Με την αγάπη ο άνθρωπος εξαφανίζει το εγώ του και με την αυτοταπείνωση μεταμορφώνεται σε αυτόνομο δημιουργό της μοίρας του, αφού επιλέγει ο ίδιος αυτά που θέλει να πραγματοποιήσει.




Νικηφόρος Βρεττάκος




Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Λευκή Σελίδα





Από το παράθυρό μου βλέπω τον ήλιο να χρωματίζει τον ουρανό καθώς δύει αργά και κρύβεται πίσω από τα βουνά. Από τώρα ξεκινώ καινούρια περιπέτεια. Δεν ξέρω που πάω και φοβάμαι λίγο, αλλά νιώθω καλά, ζωντανή, ήρεμη. Η σημερινή ημέρα ήταν από αυτές που σου αλλάξουν όλη τη ζωή. Θα βάλω το ΜP3 μου σε λίγο και θα ονειρευτώ όλα όσα θέλω να κάνω, όλα όσα θέλω να ζήσω, να νιώσω. Θέλω να μάθω να αναπνέω, να εισπνέω ότι υπάρχει γύρω μου, να εμπνευστώ, να βρω τον εαυτό μου μέσα σ’αυτό το μπερδεμένο μου εγώ. Αυτό θέλω για τις ημέρες που θα έρθουν

Καληνύχτα, κάλε μου εαυτέ.



Μαριάνθη Α. Χασάπη




(απόσπασμα από την "Λευκή Σελίδα" της-αδημοσίευτo)