Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Η διάρκεια της λατρείας




(...) ό,τι κρατάει την λατρεία ζωντανή, αυτό κινδυνεύει. Μαζί του κινδυνεύει κι η λατρεία. Κινδυνεύει απ' αυτό που κινδυνεύει περισσότερο. Πόσο κρατάει η λατρεία; Κρατάει μόνον όσο κρατάει άραγε κι αυτό; Κι όταν χάνεται αυτό, χάνεται μαζί του κι η λατρεία άραγε; Τόσο μόνον κρατάει η λατρεία άραγε; Τι είναι αυτό που παίρνει μαζί την λατρεία; Τόσο εξαρτημένη είναι η λατρεία από αυτό; Η λατρεία κι αυτό μαζί γεννιούνται χάνονται μαζί. Έτσι είναι άραγε; Αν είναι έτσι, τί είναι λατρεία; Μόλις σβήσει ο ήλιος, σβήνει κι αυτό.




Δημήτρης Δημητριάδης



(απόσπασμα από το βιβλίο του "Insenso", Ίνδικτος, 2007)







Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

Ποιήματα για την Κρις






(Το σωστό λάθος)
να έχουμε συναντηθεί στο τέλος της μέρας
σ’ ένα περίπατο στη λεωφόρο.

-----------------------------

Πιστεύω πως δεν σ’ αγαπώ,
πως μόνο αγαπώ την απιθανότητα
την τόσο φανερή να σε αγαπώ
όπως το χέρι το αριστερό
το ερωτευμένο με αυτό το γάντι
που ζει στο χέρι το δεξί.

------------------------------

Τώρα γράφω πουλιά.
Δεν τα βλέπω να έρχονται, δεν τα διαλέγω,
ξαφνικά βρίσκονται εκεί, είναι αυτό,
ένα σμήνος από λέξεις
μία
προς
μία
στα σύρματα της σελίδας,
τιτιβίζοντας, τσιμπώντας, βροχή φτερών
κι εγώ χωρίς ψωμί να τους δώσω, μονάχα
αφήνοντας τα να έρθουν. Ίσως
αυτό να είναι ένα δέντρο
ή ίσως
ο έρωτας.

-----------------------------

Δεν θα σε κουράσω με άλλα ποιήματα.
Ας πούμε ότι σου είπα
σύννεφα, ψαλίδια, βαρελάκια, μολύβια,
και ίσως μια φορά
να χαμογέλασες.




Julio Cortázar







Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Παραιτούμαι




Σε ψάχνω ακόμα.

Ψηλαφιστά, στους τέσσερις τοίχους μπουσουλώντας, σε κρατούσα στο χέρι, δεν μπορεί να μ’ αφήσεις και συ, δεν είναι δυνατόν να πέταξες για ζώνες τροπικές, μονάχα οι γλάροι μπορούν και χώνονται στα σύννεφα και συ γλάρος δεν είσαι.

Ξέρεις, να, δεν μπόρεσα, ήθελα να στο πω, τελικά δεν χωράω, κατάλαβέ με, παντού ξεχειλίζω άσπρος αφρός και χύνομαι στο πάτωμα, δε μένω στο ποτήρι.

Παραιτούμαι, συγγνώμη, παραιτούμαι, γιατί δεν κατάλαβα πως ο σκαντζόχοιρος όταν τον πλησιάζεις, πετάει έξω τα αγκάθια του και κρύβει το κεφάλι και τι φοβάται ο άνθρωπος και πνίγει τον αυθορμητισμό του κι οι επικοινωνίες έγιναν γέφυρες γκρεμισμένες,

παραιτούμαι, συγγνώμη, δεν κατάλαβα,

τον διαχωρισμό δημοκράτης-φασίστας, όλοι φασίστες, στην οικογένεια, στην παρέα, στις ιδέες, στη σεξουαλική σχέση, μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια δημαγωγούν, μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια, κρύβουν τ’ αληθινά τους πρόσωπα και ψηφίζουν Κ.Κ.Ε., γυρνώντας σπίτι, πλακώνουν στο ξύλο το παιδί τους και δεν ξεχνούν πριν κοιμηθούν, να γελάσουν με τις σφαγές των Πολωνών, βουλιαγμένοι στο πανάκριβο σαλόνι τους, απέναντι στους παραμορφωτικούς φακούς της έγχρωμης, ψηφίζουν Κ.Κ.Ε., παραιτούμαι, να προσέχεις τον εαυτό σου, λυπάμαι, δεν κατάλαβα δυστυχώς πότε πρέπει να ελίσσομαι και πότε όχι, είμαι ανεπίδεκτος μαθήσεως στις πουστιές,

το παραδέχομαι, απέτυχα

παραιτούμαι, αφήστε με, παραιτούμαι

και δεν κατάλαβα γιατί λένε τρελούς αυτούς που αντιστέκονται

αυτούς που διατηρούν τα φυσικά τους ένστικτα

και λογικούς αυτούς που σκύβουνε το κεφάλι

και υποτάσσονται αμαχητί

να μου το εξηγήσει αυτό κάποιος παρακαλώ
τώρα που φεύγω

κι ο ήλιος μου δύει ακίνδυνος

παραιτούμαι, συγγνώμη, δεν κατάλαβα,

το φριχτό γέλιο των ανθρώπων και τα φουσκωμένα από υπερηφάνεια στήθη πάντα με γέμιζαν με μια αίσθηση κενότητας, μελαγχολίας, σαν κάτι να έλειπε απ’ τον κύκλο της ζωής, σαν κάτι νάχε χαθεί, κάποιο πολύτιμο πετράδι που να κλέφτηκε, τώρα που το σκέφτομαι σοβαρά, η ντροπή, ναι η ντροπή, γι αυτή λέω, αυτή έλειπε απ’ το γέλιο, απ’ τη φρίκη, απ’ τα στόματα, απ’ τις καρδιές, απ’ τις σκέψεις, η ντροπή για τις αποτροπιαστικές πράξεις και τις ψυχρές δολοφονίες,

συγγνώμη, συγγνώμη, δεν κατάλαβα, παραιτούμαι,

την αξία του πτυχίου δεν συνέλαβα,

αναλφάβητος, αμόρφωτος, παρηκμασμένος,

έμεινα δίχως Πανεπιστημιακή βεντούζα να επικυρώσω τις γνώσεις μου, η επικύρωση, το λαδόχαρτο, η υπογραφή, να τι μετράει σήμερα, να τι έχει σημασία, όλη μας η ζωή μια επικύρωση πράξεων, μια αλχημεία, συνονθυλεύματα σφραγίδων, πιστοποιητικών, αιτήσεων, βεβαιώσεων, υπογραφών, χαρτιών που μας πνίγουν,

έμεινα αγράμματος, παραιτούμαι, λυπάμαι,

να προσέχεις τον εαυτό σου, δεν κατάλαβα,

στα τραγούδια τους τις μελωδίες παρερμήνευα κι όταν μιλούσα ακατάληπτος, άχρηστα λόγια για φεγγάρια που μπανιαρίζονταν στο σεληνόφωτο και φράσεις ασυνάρτητες για πεταλούδες ταξιδιάρες που έπαιρναν σε κήπους μελαγχολίας, όρκους αιώνιους με Καφκικούς αφορισμούς, φυτά- επαναστάτες, κι έλεγα φθινόπωρα έκστασης πως υπάρχουν στα χρωματοσώματα της Τέχνης αιωρούμενα, τρελός, τρελός,

δεν κατάλαβα, λυπάμαι, παραιτούμαι,

ωρίμασα φαίνεται κι όταν ωριμάζω εγώ πολύ σαπίζω, αθώος ή ένοχος, το ίδιο μου κάνει, το βράδυ να κλείνεις τα παράθυρα και ν’ αγαπάς τον Μίλλερ, τον γέρο-Τσινάσκι και τον Μπέκετ,

συγγνώμη, τον τύπο του επιτυχημένου δεν κατάλαβα, σπαζοκεφάλιασα, μα αδύνατον, με βοήθησαν βέβαια ο καλός οικογενειάρχης, ο αφοσιωμένος σύζυγος, ο πιστός φίλος, ο γεννημένος μπίζνεσμαν, ο αδέκαστος διευθυντής, ο στυγνός επιχειρηματίας, ο πλούσιος κληρονόμος, όμως το αποτέλεσμα μηδέν, επιτυχημένος, αποτυχημένος, που, ποιος, γιατί, όλα μου τα νοήματα θάλασσα ακυβέρνητη, με κυνηγούν μπούμερανγκ στο μαραθώνιο της ζωής κι εγώ ξεφούσκωτο ασκί, θέλω να εγκαταλείψω στο εικοστό πρώτο χιλιόμετρο τη διαδρομή, δεν προπονήθηκα φαίνεται αρκετά και μόνο πλάτες βλέπω, πλάτες που τερματίζουν, χα χα, τα χαμογελαστά ανθρωπάκια με τ’ αυτοκόλλητα χαμόγελα στα χείλη, που σου έλεγα χαμηλόφωνα, Ρυ ντε Κομέρς, αριθμός 31, όροφος πέμπτος, αυτά πάντοτε τερματίζουν γιατί είναι χαμογελαστά, εμένα μονάχα αν με γαργαλίσεις πια θα χαμογελάσω κι αυτό ακόμα έμμεσα, με τεχνητό τρόπο, καταλαβαίνεις τώρα, πολιτισμένα, να ρυτιδώνουν λίγο οι άκρες των ματιών απ’ το σφίξιμο και τα χείλη κλειστά,

συγγνώμη, συγγνώμη, παραιτούμαι,

πάει, αυτό ήταν, κι αν συνεχίσω κινδυνεύω, θα γίνω συγγραφέας και θα πουλάω δυστυχία δυο λέξεις το γραμμάριο, θα κάνω επίσημες εμφανίσεις σε συνεστιάσεις Τέχνης, δίπλα σε τρανούς ποιητές, θα αναγκάζομαι να μιλάω για ερμαφρόδιτο υπερρεαλισμό και δοκιμιογραφικό μετασυμβολισμό, θα τυπώνω πληρωμένες συνεντεύξεις στις εφημερίδες διαφημίζοντας το έργο μου, θα μπω και στο σωματείο για σύνταξη και τότε δε θα βρίζω, οι λέξεις μου θάναι στραγγαλισμένα νήπια σε πορφυρένιο μανδύα κι εγώ θα αναπαύομαι στις αρκετές μου εκδόσεις, θα γίνω πουτάνα και θα εκδίδομαι, αγαπώντας όλο τον κόσμο, θα πρέπει με όλους να τα πηγαίνω καλά, οπωσδήποτε, ευτυχώς ακόμα δεν πουλήθηκα τελείως και κρατάω, 10000 χρόνια την περίμενα την επανάσταση και μ’ έχει στήσει σ’ όλες τις γωνιές, σ’ όλους τους δρόμους, σ’ όλες τις βιβλιοθήκες, σ’ όλα τα πάρκα, σ’ όλα τα εκλογικά τμήματα, σ’ όλες τις κάλπες, σ’ όλα τα σχολεία, σ’ όλα τα σπίτια, σ’ όλους τους κήπους, σ’ όλα τα κρατητήρια, σ’ όλα τα γραφεία, σ’ όλες τις αίθουσες, σ’ όλα τα μπαρ, σ’ όλα τα δικαστήρια, 10000 χρόνια φίλε μου, άφωνος και νευρικός, χωρίς όνομα, ταυτότητα, δικαιώματα, με ένα τσιγάρο στο στόμα, σκίρταγα κάθε τόσο που έβλεπα κάποια να της μοιάζει μες’ στο πλήθος, μα κάποτε τα βήματα απομακρύνονταν και τα ραβασάκια της μήναγαν πως αύριο, όλο αύριο,

αναστολή στην αναστολή το πήγαινε

μάταιος κύκλος, διασκεδαστικός

και φεύγω, φεύγω, παραιτούμαι

συγγνώμη, δεν κατάλαβα

ο Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε

λυπάμαι

δεν θα χρειάζεται πια να κινούμαι

πρόσεχε, θα ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα

και συ θα μ’ αγαπάς.

Έτσι απλά. Αντίο.

Όπως πάνε τα πράγματα, θα με σταυρώσουν.




Σταύρος Σταυρόπουλος



(απόσπασμα από το βιβλίο του "Διαμελίζομαι ", Βασδέκης, 1983)






Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Το τέλος του έρωτα είναι ο έρωτας




8.
Θα θυμάμαι πάντα το πρόσωπό σου - ένα βατερλό των ματιών. Δέρμα που τσακίζει, όπως σελίδα  βιβλίου που σκοπεύεις να επανέλθεις. Τα φρύδια σηκωμένα, στον ουρανό. Η δικαιολογία του στόματος είναι παγίδα. Στο κέντρο του σαγονιού είναι ζωγραφισμένη μια ελιά. Κάθεται μόνη της εκεί, από τότε, από τώρα, από πάντοτε, σαν κράτος που εγκατέλειψαν ξαφνικά οι πολίτες του.
     Θα θυμάμαι πάντα το πρόσωπό σου γιατί ήταν ένα πρόσωπο ημιτελές που έμεινε στα μπετά όταν όλα τα διπλανά είχαν πουληθεί. Ήταν όμορφο, νυχτερινό, απόκρημνο - ένας τόπος εξαντλητικής νηστείας. Μια οστεώδης κατάνυξη από αμαρτίες και αγιότητες. Και τα μάτια: Δύο καισαρικές τομές. Κάτι ανεπαίσθητες κορυφογραμμές φωτός. Ο χειρούργος πρέπει να ήταν τρελός. Κανείς ποτέ δεν τους έδωσε σημασία.

Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια το πρόσωπό σου γιατί μου φέρνει στο νου τη θάλασσα. Έτσι θα το θυμάμαι πάντα: Ανεξάντλητο.


14.
Είχα μάθει απ' έξω όλες σου τις κινήσεις. Είναι εύκολο, όταν αγαπάς. Σ' ένα νησί του Ιονίου κατάλαβα, για πρώτη φορά, ότι για αντάλλαγμα, σου είχα παραχωρήσει τις δικές μου.

Η μαθητεία μου σε σένα με άφησε ακίνητο.


58.
Έλιωσε η όρασή μου να βλέπει συνέχεια αυτό που δεν είσαι. Σε κοίταζα και ξεφλούδιζαν τα μάτια μου. Η μουσική τους έκαιγε. Μαδούσαν οι βλεφαρίδες.

Σιγά σιγά, ένα μακελειό των ματιών.


85.
Από το ένα σώμα στο άλλο: Παραθαλάσσια διαδρομή. Χιλιόμετρα νύχτες.


91.
Θέλω να σιδερώσω πάλι τη ζωή στη ζωή μου. Ας είναι μεταχειρισμένα τα χρώματα. Ας είναι φθαρμένο το ύφασμα στις πολυθρόνες. Ας καεί ακόμη το φως από κείνη τη χάρτινη λάμπα, αριστερά, όπως μπαίνεις στο φόβο.

Θέλω πολύ να σε αγγίξω ξανά, αλλά φοβάμαι πως θα κοπώ. Το σώμα σου είναι τυλιγμένο με συρματόπλεγμα. Αν μπω μέσα του, θα γίνω καμικάζι αυτοκτονίας.

Το επόμενο κουμπί είναι η έκρηξη.


95.
Το τέλος του έρωτα είναι ο έρωτας.


101.
Κάθε σχέση είναι ένα μνημόσυνο. Ο θάνατός της έχει προηγηθεί.


109.
Με το μαχαίρι στο χέρι χαρακώνω όσα συνέβησαν. Να φύγει το δηλητηριασμένο αίμα. Από το χι του χαράζω.

Δεν υπάρχει ισοπαλία στον έρωτα.




Σταύρος Σταυρόπουλος



(απόσπασμα από το βιβλίο του "Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια", Απόπειρα, 2012)





Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

Νερό




Μη πετάς ποτέ πέτρα σε πηγάδι
Που κάποιο μεσημέρι σε ξεδίψασε.



Μανόλης Πρατικάκης


----------------------------


Είσαι νερό
σ’ ένα βαθύ πηγάδι
κελάρυσμα κρυμμένο στα καλάμια
στάλα βροχής
σε μια πευκοβελόνα

Σ’ αγγίζω κι εξατμίζεσαι
γίνεσαι σύννεφο λευκό και ταξιδεύεις
και με κοιτάς χαμογελώντας απ’ τα ύψη σου
και προκαλείς τη δίψα μου
κ’ υπόσχεσαι να βρέξεις
στα ραγισμένα από τον λίβα χείλη μου

Είσαι μια υπόγεια φλέβα
που κυλά
σε σκοτεινές σπηλιές
θαμμένες κοίτες
ακρογιαλιές πανάρχαιες
σκεπασμένες
από την άμμο και τη λήθη των αιώνων

Φοβάμαι να σε ακολουθήσω
με τρομάζει
των ωκεανών η διφορούμενη άπλα
το ανεξιχνίαστο μπλε
των οριζόντων

Κλείνομαι στο μικρό μου βέβαιο τόπο
ζω τη μικρή μου ανθρώπινη αυταπάτη
κολλώ σαν όστρακο στο βράχο μου

σωπαίνω.



Ορέστης Αλεξάκης


------------------------------


...Πάρτε μαζί σας νερό
Το μέλλον έχει πολλή ξηρασία


Μιχάλης Κατσαρός


--------------------------------


Ήπια και πότισα δάση και γέμισα στέρνες.
Το νερό σου περίσσεψε-
Τα ποτάμια του σύμπαντος,
δεν έχουνε κοίτες. Βυθίζονται. Τρέχουνε
μες από σένα.
Αν μπορούσες να υπάρχεις
έναν αιώνα μετά, τότε θά βλεπες πώς
το φιλί που σου ακούμπησα πάνω στο μέτωπο
έγινε άστρο.


Νικηφόρος Βρεττάκος


---------------------------


… Θυμάσαι; Καθίσαμε σε μια ξέρα.
Μες απ’ την απόσταση του καιρού
μοιάζει να ‘χε το χρώμα
της ίριδας, σαπίζοντας πορφύριζε.

Άλλ’ ήταν μόνο
ο συνηθισμένος γκρίζος βράχος
που γύριζε στο συνηθισμένο πράσινο
σαν το μούσκευε η θάλασσα.

Η θάλασσα μούσκευε το βράχο
στα πόδια μας όλη τη μέρα
τον έγδερνε και τον λιγόστευε
φλούδα τη φλούδα.

Μια νύχτα ονειρεύτηκες
πως ήσουνα γοργόνα κολλημένη στου μουράγιου τα θεμέλια
κι όλο προσπαθούσες να ξεκολλήσεις
πεταλίδες με τα χέρια.

Μακάρι, είπαμε, οι ψυχές μας οι δυο
να γύριζαν σα γλάροι
στο βράχο. Τελικά
το νερό για μας ήταν πολύ κρύο.


Ρόμπερτ Λόουελ







Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

Είσαι






τόσο που σε κοιτάω
δένω καρπός ωραίος και
μέγας της ομορφιάς και της χαράς
Το κορίτσι με το μεγάλο όνομα του λουλουδιού
είσαι.



Αντιόπη

κάποτε σε γέννησε ένας ποταμός κι η νύχτα
κι ομόρφυνες ημέρα απέναντι στον ήλιο,
Σήμερα γυρνάς μέσα μου πατρίδα μου και φως μου
με τούτα τα μαλλιά σου φωτεινές γραμμές νερού
με τούτα τα μάτια σου νερένιες γραμμές φως
με τούτο το πρόσωπό σου θάλασσα κι αυγή
Γιατί σε θυμάμαι όταν βρέχει;



Στο μπαλκόνι


το κορίτσι στο μπαλκόνι
ντύθηκε απόψε τις ώρες μου
και στα μαλλιά σου χτένισες όμορφα τοπία αγάπης
Σε διψάω.
πόσο πονάω ακούγοντας τα λαϊκά τραγούδια.



Κατερίνα

Β


Τι χαρά η αγάπη μου,
του νερού είναι και της αμυγδαλιάς
και του γλυκού πρωινού.
χαρά η αγάπη μου
των χορταριών και των πουλιών.
αγάπη μου,
παίρνω το φως και είμαι σε
κρατάς με και φωτίζεσαι.

Η δική μου αγάπη είναι δέντρο θαλασσινό.

Άνεμος είσαι και βροχή και νύχτα
κι ατέλειωτος κελαηδισμός
η αγάπη μου


Ζ

στη θάλασσα που μας διψάει
έλα
στη θάλασσα που μας υπάρχει
γείρε,
η ωραία μου
κι η αγάπη μου.
όπως μιλάς σε γεύομαι
κι όπως σιωπάς σ’ ακούω.


ΙΒ

στην ομορφιά των ματιών σου είμαι
και στην κίνηση του κόσμου που τον γέρνεις
υπάρχω.
να σου πω για τη μεγάλη γλύκα του χελιδονιού:
Μιλάω στα πράγματα και μ’ ακούς.


ΙΓ

διάβασέ μου τούτο τον ήλιο το βουνήσιο
και τούτο το νερό της θάλασσας και τ’ ουρανού
μπορείς
να είσαι και γίνεσαι, να με κοιτάς και γίνεσαι
φως νερού και πόνος της χαράς
και θέλεις και αγαπάς τη μουσική
που σου γίνομαι, κυρά μου.




Διονύσης Καρατζάς



(ποιήματα από το βιβλίο "Σύγχρονη ερωτική ποίηση", Καστανιώτης, 2007)









Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

Δεν αντιστοιχώ




Ζητώ συγγνώμη που δεν απαντώ
Αλλά δεν είναι δικό μου λάθος,
Αν δεν αντιστοιχώ
Σ’ εκείνον που σε μένα αγαπάτε.

Ο καθένας μας είναι πολλοί
Εγώ είμαι αυτός που νομίζω,
Άλλοι με βλέπουν διαφορετικό
Και πάλι λάθος κάνουν.

Μη με παίρνετε γι’ άλλον
Κι αφήστε με ήσυχο.
Αν εγώ δεν θέλω
Να βρω τον εαυτό μου
Γιατί οι άλλοι να τον ψάχνουνε;




ΛΕΝΕ;


Λένε;
Ξεχνούν.
Δεν λένε;
Έλεγαν.
Πράττουν;
Mοιραίο.
Δεν πράττουν;
Oμοίως.

Γιατί να ελπίζεις;
Tα πάντα είναι όνειρο.




KOIMAMAI. EΠΙΣΤΡΕΦΩ Η ΠΕΡΙΜΕΝΩ;


Κοιμάμαι. Επιστρέφω ή περιμένω;
Δεν ξέρω.Άλλος έχει διεισδύσει
μεταξύ αυτού που είμαι
και αυτού που επιθυμώ,
μεταξύ αυτού που είμαι
και αυτού που ήμουν εγώ.




ΛΙΓΟ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ


Λίγο με νοιάζει.
Αλλά τί με νοιάζει λίγο;
Δεν το γνωρίζω:
και με νοιάζει λίγο.




Φερνάντο Πεσσόα




Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

Του έρωτα το μέγα κακό






Και να τον σκέφτομαι κάθε δέκα δευτερόλεπτα, θα θελα να ήσουν εδώ.

Τι θα έλεγες. Ποιους θα πείραζες. Πως θα τους ξεσήκωνες.
Θα γελούσα. Επιτέλους, θα γελούσα. Μπορεί και να έκλαιγα μετά. Τι σημασία έχει;

Γεννημένος για το καλύτερο. Άρα και για το χειρότερο.

Μόνο αυτός. Κοινωνικός και αποσυνάγωγος. Την ίδια ώρα. Διαμάντι και ζιργκόν. Την ίδια μέρα. Το λάγνο ψέμα του και η πιο σκληρή αλήθεια του. Το ίδιο βράδυ.

Τον αγαπώ.

Δωμάτιο ξενοδοχείου. Έξω μια σκέτη ζωή. Χωρίς αυτόν, κανένα νόημα. Κόσμος χαοτικός, ασυνάρτητος. Σκότη και άβυσσος.

Κοντά δυο χρόνια. Μόνο αυτός. Λεπτός, κορδόνια λυμένα. Ώμοι σκυφτοί, που και που το θυμόταν, έστρωνε την πλάτη του.

Μπαίνει με ένα ύφος απίστευτης πραότητας στο σπίτι μου. Φωταγωγεί. Τον ερωτεύομαι. Τον στέφω. Τον εξοργίζω. Με εξοργίζει. Τον θέλω. Δεν τον θέλω. Δεν τον μπορώ.

Ακραία, απόλυτη βία ο έρωτας. Έρωτας είναι φίλη, τι νόμιζες;

Προσπάθεια για πρόβα ζωής. Μακριά του. Φιλότιμη προσπάθεια. Επί ματαίω προσπάθεια. Χωρίς αυτόν, πρόβα βυθού, θα προσπαθήσω κι άλλο.

Σφίγγω τα δόντια, του στέλνω νοερά μηνύματα, «αν θες να ξέρεις φίλε, είναι καλύτερα χωρίς εσένα. Δεν αγαπάς, είσαι ήρεμη».

Τον αγαπώ. Διακοπές και πάω. Φυσιολογική ζωή και τη φλερτάρω. Σαν βουτιά σε φεγγίτη ουρανοξύστη. Μετά άλλος. Τρυφώ. «Ούτε με σένα ούτε χωρίς εσένα», λέει αυτή. Και λιποθυμάει.

Πρωί και θάβω τη χθεσινή μου θεωρία. Δεν με ενδιαφέρει η τρέχουσα ζωή. Θέλω το χάος του. Αλλά ούτε με αυτόν ούτε χωρίς αυτόν.

Μόνο αυτός. Που ούτε με αυτόν ούτε χωρίς αυτόν. Δεν γίνεται. Ανάθεμα την ώρα που τον γνώρισα. Για να μου θρυμματίσει τη ζωή. Κοίτα τώρα τι μου κάνει. Τους βγάζει όλους από το τσεπάκι του, σε λαϊκή έκδοση τσέπης. Και τους συντρίβει. Πότε θα τον ξεχάσω? Όταν ακμάσουν τα βρύα και γίνουν σαν τους κέδρους του Λιβάνου. Ποτέ.

Πόσες φορές προσπάθησα; Να φύγω μακριά του. Να μην μπλέξω. Δυσκολεμένη κατάσταση, έκρυθμη κατάσταση. Δεν είδε τίποτα. Τίποτα από τις νύχτες μου μακριά του. Και τι είναι να δαγκώνεις τα χείλη σου. Μέχρι να τρέξουν αίμα.

Και για να τον έχεις μαζί σου, μια κασέτα του. Που έγραφε πάνω: «στο δικό σου το μήκος». Δεν ξέρει τίποτα. Πόσος πόνος. Πόσες άγρυπνες νύχτες. Πόση αποδοκιμασία ο περίγυρος. Όλα τα κοινωνικά ισοδύναμα της τρομοκρατίας κατά πάνω μου. Γιατί πήγα και τον ερωτεύτηκα. Αυτήν τη φορά δεν ήταν φόβος.

Δεν ήταν απομίμηση αισθήματος. Δεν ήταν αφορμή να διαδηλώσω ευτυχίες ανύπαρκτες. Ήταν μόνο πόνος και άσκηση. Γιατί ήταν μόνο έρωτας. Ήταν μόνο έγνοια. Γιατί ήταν μόνο έρωτας. Που είναι απόψε. Γιατί αργεί να τηλεφωνήσει. Αν σκοτώθηκε στην εθνική. Αν κοιμήθηκε πάλι με αναμμένα φώτα.

Διακοπές… Από τι; Από αυτόν μάλλον. Που δεν καταλαβαίνει, λέει. Γιατί εξαφανίστηκα. Με κούρασε. Με τρέλανε με την ασάφεια του. Όπως εκείνη τη μέρα που τον παρακάλεσα. Μια ανάσα, του είπα. Ας πάρουμε μια ανάσα. Και εννοούσα : όπου θες κι απόψε εσύ, έναν άλλο απόψε εγώ. Για να μη σου κρατήσω θυμό. Και είχα λόγο να του τα έχω μαζεμένα. Ένας ίσος μου άντρας -ότι σκατά και να είμαι, ένας ίσος. Έτσι τον υπολόγιζα.

Γι' αυτό το είπα. Περίμενα από τον ίσο μου να καταλάβει. Δεν κατάλαβε. Πόσο πνιγόμουν εκείνο το βράδυ. Από ασάφεια.

Θα κάτσω ήσυχος είπε. Άνθρωπέ μου. Δεν κατάλαβε ποτέ του τίποτα. Έτοιμος να τα χάψει όλα. Την ψυχραιμία μου ιδίως. Που ήταν η ξακουστή ευφυΐα του εκείνη τη νύχτα;

Δεν κατάλαβε. Πως αυτόν έψαχνα. Να με ασφαλίσει από εκείνο που όταν με πιάνει με στέλνει κατευθείαν στο δρόμο. Δεν το κατάλαβε. Αυτό έψαχνα, κι αυτός έψαχνε ελέφαντες στο ίντερνετ, και χωρίς αυτόν βαριόμουν. Και χωρίς αυτόν, έξω με περίμενε ο δρόμος.

Ακυρωμένη από ασάφεια και τον έψαχνα. Τι ήμουν γι αυτόν. Γιατί μου άργησε τα χατίρια μου και τώρα έρχεται και μου λέει. Αφού του τα ζήτησα στην ώρα τους. Για να αποκλείσω το δρόμο. Όπως υποψιάστηκε. Και άξεστα το είπε. Δεν του τα ζήτησα;

Τι δεν πήγε; Ότι και σε όλη την ανθρωπότητα. Οι κώδικες. Άλλους αυτός, άλλους εγώ. Να δω, θα το κάνω τώρα; Το «ούτε με σένα ούτε χωρίς εσένα» μου.

Άκου φίλη, δύσκολα χωρίς αυτόν.

Αλλά ούτε με αυτόν.

Τον διεκδίκησα όσο κανέναν. Μου τα άργησε τα χατίρια μου. Πολύ.

Άκου φίλη, εγώ χωρίς αυτόν πεθαίνω, πνίγομαι. Και δεν με νοιάζει τίποτα. Δεκάρα δεν δίνω. Μην εκτεθώ στα μάτια σου. Να εκτεθώ. Γι’ αυτό και τόσο ανοιχτά.

Παντού να το πω. Φώναξέ τες όλες. Να το μάθουν...

Και πως το μεγαλύτερο πράγμα στον κόσμο της γυναίκας είναι να διεκδικεί και να εκτίθεται.

Τα έκανα και τα δύο. Μου άργησε το χατίρι μου. Δεν θα τον ξαναδώ ποτέ.

Κάποιος άλλος. Που δεν θα τον αγαπώ. Που θα μπορώ να κάτσω μαζί του δέκα χρόνια.

Γιατί έτσι γίνεται όταν δεν αγαπάς. Μπορείς και μένεις. Αυτό είναι όλο.

Σημασία έχει να είσαι ήρεμη.

Ψέματα. Σημασία έχει να αγαπάς.

Δεν ξέρω. Μπερδεύτηκα.

Φθινόπωρο σε λίγο φίλη. Εξαγνιστική βροχή, σώμα που πάλι θα άπτεται. Με ό,τι το ανατριχιάζει.

Και ένα βράδυ θα κρυφτώ μόνη μου στο κρεβάτι, θα είμαι ήρεμη σαν πεθαμένη.

Τότε θα ανοίξω τα κλειστά του γράμματα. Αδύνατον ακόμα. Η παιδική του φωτογραφία στο κομοδίνο μου. Θα τη γυρίσω για λίγο ανάποδα. Να μη με δει να κλαίω.

Χριστούγεννα μετά. Οι ευχές του στον τηλεφωνητή μου. Είμαι σίγουρη. Θα ακούσω τη φωνή του. Θα θέλω να σηκώσω το τηλέφωνο και να του φωνάξω: Ηλίθιε. Τίποτα άλλο.

Μόνο: «Ηλίθιε.. Σε αγαπώ.» Και δεν θα το σηκώσω…

Ξάπλωσε στο κρεβάτι της, αγκάλιασε τους ώμους της. Κι αυτό είναι το αγκάλιασμα εκείνης που δεν έχει αυτόν, που δεν έχει κανέναν…



Μαλβίνα Κάραλη 







Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

(φίλα με) εσύ θα πας





πάνω μέσα στη σιωπή την πράσινη
σιωπή με την άσπρη γη εντός της

εσύ θα (φίλα με) πας

έξω μες στο πρωί το νέο
πρωί με το ζεστό κόσμο εντός του

(φίλα με) εσύ θα πας

πιο πέρα μες στο ηλιόφως τ ωραίο
ηλιόφως με τη σταθερή μέρα εντός του

εσύ θα πας (φίλα με

κάτω μέσα στη μνήμη σου και
μια μνήμη και μνήμη

εγώ) φίλα με (θα πάω)




e.e. cummings