Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Περιμέναμε




Περιμέναμε στο Σύνταγμα το βράδυ
ανάμεσα στις αδειανές καρέκλες και στο σβηστό το φως περιμέναμε τις αγάπες.

Όμως οι αγάπες δεν ήρθανε
γιατί δεν μπορούσανε να μας δώσουν τ' αληθινό. Περιμέναμε μες στο βρωμόσπιτο 
αγκαλιά με τις γυναίκες μιας βραδιάς
περιμέναμε την ηδονή
όμως ηδονή δεν ήρθε 
γιατί δεν μπορούσε να μας δώσει τ' αληθινό.

Περιμέναμε πάνω στις βουνοκορφές 
ανάμεσα στα κεραυνωμένα δέντρα 
περιμέναμε κάτι από τη φύση
όμως αυτό το κάτι δεν ήρθε 
γιατί δεν μπορούσε να μας δώσει τ' αληθινό.

Περιμέναμε με τους σοφούς
Μέσα στ' αργαστήρια σκυμμένοι στις μελέτες 
περιμέναμε τη γνώση 
όμως η γνώση δεν ήρθε
γιατί δεν μπορούσε να μας δώσει τ' αληθινό.

Περιμέναμε με τις παρέες πάνω απ' τα βουβά ποτήρια. Περιμέναμε το μεγάλο το ωραίο το ιδανικό.
Περιμέναμε, μα τίποτα δεν ήρθε
τίποτα δεν μπορούσε να 'ρθει...
Και συρθήκαμε αργά στο σπίτι
γι' άλλη μια βραδιά.





ΘΑ ΜΟΥ ΜΙΛΗΣΕΙ

Το ξέρω
πως τώρα που θάρθει η άνοιξη
θα μου μιλήσει.

Θα μου πεί για τ` ανοικτά πανιά
πάνω στις γαλάζιες θάλασσες
που τρέχουνε και σμίγουνε με τα όνειρα.

Θα μου πεί για τα δελφίνια
που ρυθμικά αργοφαίνονται
στο βάθος του ορίζοντα
σαν ασυνάρτητες γλυκιές ελπίδες

Θα μου πεί για τα πολλά χρωματιστά
λουλούδια της
που θα ξαναπνίξουνε τους κάμπους
σαν τα χαρούμενα φιλιά.

Θα μου πεί για τις νέες καρδιές
που θα φουσκώσουν πάλι
όλο χαρά και έξαψη.

Θάρθει και πάλι η άνοιξη
και σαν διάπλατη σημαία
θα κυματίσει στον αέρα
θριαμβευτικά.

Το ξέρω, το ξέρω πως θα μου μιλήσει,
και πως θα θέλει να μου πεί
κάτι πιο ουσιαστικό
κάτι πιο μεγάλο

Μα δεν ξέρω την γλώσσα της
δεν την καταλαβαίνω

και τυραννιέμαι.





ΑΠΟΡΙΑ

'Όταν άφησες τα καστανά μαλλιά σου
τα λυθούνε ως κάτω στους γοφούς,
όταν έγδυσες το κορμί σου
από τα περιττά
και κείνο πέταξε ουράνιο τόξο
γύρω στις ρόγες του στήθους σου
και γέμι' άσπρα τριαντάφυλλα
όλο το κορμί σου
και το λεπτό το διάφανο το πρόσωπό σου
κ' ήρθες και στάθηκες μπροστά μου
μ' εκείνο το αφάνταστο το φως μέσά στα μάτια σου
και μ' ένα θρίαμβο για την ασύλληπτη ομορφιά σου,
λυπήθηκα μόνο,
πώς δεν είχαμε καθρέφτη
μέσα στο πληχτικό δωμάτιο
για να καρφωθεί βαθιά μεσ' τον υδράργυρο
η εικόνα σου,
έστω και παροδικά,
κάπου ν' αποτυπωθεί
αυτή ή ύπαρξη σου
αυτή ή προσφορά...
για ναχει μαρτυριάτικα ή μνήμη μου
και πάντα να χαίρεται
πώς γνώρισε,
τα πιο δροσερά
τα πιο αγνά
τα πιο πλούσια
νερά του κόσμου.

Τώρα τα θυμάμαι αυτά τ' απογεύματα
τα μοναδικά.
Τα θυμάμαι κι αναρωτιέμαι
Αν, αυτά μαζί με τις νύχτες
και τα ξημερώματα,
τους κήπους και τα όνειρα
τα μπάνια στη θάλασσα,
τις φιλοδοξίες και τις αποτυχίες,
αν θα τα πάρουμε μαζί μας

Ή αν σαν το χρώμα
θα τ' αφίσουμε πίσω μας
σ' άλλα χέρια
γι' άλλη κατάνυξη
γι' άλλο σκοπό
τέλεια ξένο με την αρχική τους σημασία.





Ανδρέας Καμπάς


(ποιήματα από το βιβλίο του "Ποιήματα και Πεζά", Άγρα, 2016)





Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Σκοτώνω ό,τι αγαπώ





Μα κι ο καθείς σκοτώνει ό,τι αγαπάει,
και πρέπει αυτό απ’όλους ν’ακουστεί.
Άλλοι με κολακεία σε σκοτώνουν
Κι άλλοι με ματιά φαρμακερή
Μ’ένα φιλί σκοτώνουν οι δειλοί,
Κι οι γενναίοι άνδρες με σπαθί.
Νέοι σκοτώνουν άλλοι την αγάπη τους 
Κι άλλοι σαν γενούνε γέροι. 
Με χέρι Λαγνείας άλλοι τήνε πνίγουνε
Κι άλλοι με Πλούτου χέρι 
Κι επειδή πιο γρήγορα παγώνει έτσι το κορμί,
Οι πονόψυχοι σκοτώνουν με μαχαίρι. 
Άλλοι για λίγο ερωτεύονται κι άλλοι για πολύ. 
Άλλοι τον Έρωτα πουλάνε κι άλλοι τον αγοράζουν. 
Άλλοι με βουρκωμένα μάτια τον σκοτώνουνε 
Κι άλλοι βουβοί τον αφανίζουν 
Κι ενώ ο καθείς σκοτώνει ό,τι αγαπάει, 
Όλοι ωστόσο δεν πεθαίνουν.






Όσκαρ Ουάιλντ




Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

Στο δάσος





Μέσ' απ' τα φύλλα σ' είδα
μεσ' απ' τα νερά σ' είδα
στο φως των φύλλων
στα φύλλα των νερών
μεσ' απ' τα νερά-φεγγάρια
στις λίμνες στους καταρράκτες σ' είδα
στις λίμνες που φτιάχνει το φως
στους καταρράκτες που κατρακυλάει το φως
το φως γύρ' απ' το σώμα σου.
Ερχόσουν προς το άνοιγμα των δέντρων
πατώντας πετώντας
πάνω από σταλαγματιές
γυαλιστερές θωπείες
στο ανυπόστατο μαύρο της νύχτας...
Α! η νύχτα αχνίζει πίσω απ' τους ώμους σου
αχνίζει σε φτερούγες
και λάμπει μυστηριακό ένα τρίγωνο
στο στήθος σου: στόχος εκθαμβωτικός
της ωραιότητας.
Απ' την πελούχα, τα πολυτρίχια
ως ψηλά στους στεφάνους
των υπέρτατων κλάδων
το άνω διάζωμα της τρέλας μες στη φύση
τις φωνές των σβολιασμένων νεκρών
την πηγή της πηγής
το αβάσταχτο πουλί της θλίψης
ακούω με τη δική σου τη φωνή
π' ανεβαίνει από τα βάθη
εκεί που η χολή και η ψυχή
ομόφωνα αρνιούνται να πεθάνουν.
Ό,τι δικό σου παραληρεί
στα σύδεντρα, στις χλοερές αυτοκρατορίες
των ονείρων
στις περίλαμπρες σιωπές του κισσού
στης φτέρης τις βουβές συγκοπές
στις κρασάτες λιγοθυμιές των φθινοπωρινών φύλλων.
Το νόημά σου αναβλύζει:
ότι καμιά ζωή 
δεν είναι πιο δυνατή απ' τον πόθο
καμιά πράξη πιο τελειωτική
από την ποίηση.
Εκεί που μ' άγγιξες
εκεί που άνθισα
εκεί που πήγα να πεθάνω
εκεί απ' όπου σε καλώ
λατρεύοντας τη φύση σου την "άλλη"
εκεί που σταυρώθηκα
εκεί που μαρτύρησα
για τη νεραϊδένια σου τη χάρη
εκεί που ο έρωτας λαφρής
μα με βαρύτατες συνέπειες στα νερά...
Ατίθασε, στη νομοτέλεια του πραγματικού
πες μου πως θα σε δω ξανά
στα ξέφωτα να βγαίνεις
με τα λιγνά σου πόδια
τυλιγμένα στις γλυσίνες
με σπέρμα πουλιών
στις ρίζες των μαλλιών σου
εσύ που φέρνεις τον ουρανό
που 'χασα ώρες κοιτώντας απ' το παράθυρο
τα κοράκια ν' αλλάζουν κατοικία
εσύ που λες τις λέξεις
σαν να 'σαν άγριοι κατιφέδες στις πλαγιές
εσύ που λάμπεις χείλια-λόγος
εσύ, ο υπέρτατος οργανισμός
της ποίησης στο ρέμα.




Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ



(ποίημα από τον συλλογικό τόμο "Ποίηση 1963-2011", Καστανιώτη, 2014)





Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

Βέβαιος πνιγμός




Γύρισα
με περίμεναν ακέραια τα φθινόπωρα
ούτε μια στάλα βροχής δεν γλίτωσα - κι ας το νόμιζα
Όχι, τόση βροχή δεν φέρνει γονιμότητα
σαπίλα φέρνει και πνιγμό



Ερασιτέχνης Άνθρωπος






Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

Ας είναι αυτός ο στίχος






Σου γαμάνε τη ζωή ο μπαμπάς κι η μαμά
(το κάνουν, κι ας μην το θέλουνε, κανονικά).
Σε γεμίζουνε με λάθη και μετά
προσθέτουνε κι άλλα, για σένα ειδικά.

Αλλά τους γάμησαν κι αυτούς στην εποχή τους
ανόητοι με παλιομοδίτικα καπέλα και παλτά-
που τον μισό καιρό με ενοχή στρίβαν αυτιά,
και τον υπόλοιπο σφάζονταν αναμεταξύ τους.

Ο άνθρωπος στον άνθρωπο αφήνει δυστυχία.
Βαθαίνει αργά, σαν υφαλοκρηπίδα. Νωρίς,
πολύ νωρίς, βγες έξω από τη διαδικασία:
παιδιά δικά σου να μην κάνεις - κι ας μπορείς.





Philip Larkin


(ποίημα από τη συλλογή "High windows" , Ψηλά παράθυρα, 1974)



Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

Κανείς δεν έχει ακούσει





Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’ αντάρτες απόμαχους
Από τι νά `ναι πού έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί, λέει, νά μέλει κοντά σου νά `ρθω
Πού δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στά μέρη τ’ αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί το χέρι





Οδυσσέας Ελύτης





(απόσπασμα από το "Μονόγραμμα")