Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Μ. Παρασκευή




Δεν χτύπησε η καμπάνα
περασμένες οχτώ
απ' το ανοιχτό παράθυρο
ούτε φως ούτε ήχος
μαραμένο το δέντρο
φοβήθηκε
έτρεξε στο μπάνιο
ο καθρέπτης δεν την έδειχνε
να βγει έξω να φωνάξει
την ακούει κανείς;
στην εξώπορτα σφαγμένα φιλιά
κι αποκαΐδια από ό,τι έχει ποτέ αγαπηθεί
μόνο κάτι πουλιά έρχονται τώρα να την πάρουν



Ερασιτέχνης Άνθρωπος






Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Συγχρωτιζόμενη με αγγέλους





Κουράστηκα να 'μαι γυναίκα,
με κούρασαν τα κουτάλια και τα βαζάκια,
με κούρασε το στόμα και τα στήθη μου,
με κούρασαν τα καλλυντικά και τα μεταξωτά.
Ακόμα υπήρξαν άντρες που κάθισαν στο τραπέζι μου,
σε κύκλο γύρω από το μπολ που τους προσέφερα.
Το μπολ ήταν γεμάτο μαύρα σταφύλια
και οι μύγες τριγύριζαν για το άρωμα
μάλιστα ήρθε και ο πατέρας μου με το λευκό του οστό.
Αλλά κουράστηκα απ' το γένος των πραγμάτων.
Χθες βράδυ είδα ένα όνειρο
και είπα σ' αυτό...
«Εσύ είσαι η απάντηση.
Θα επιβιώσεις περισσότερο από τον σύζυγο και τον πατέρα μου».
Σε εκείνο τ' όνειρο μια πόλη ήταν καμωμένη από αλυσίδες
όπου η Ιωάννα καταδικάστηκε σε θάνατο μ' ανθρώπινη φορεσιά
και η φύση των αγγέλων χάθηκε ανεξήγητα,
ούτε δυο ανήκανε στο ίδιο είδος,
ένας με μια μύτη, ένας μ' ένα αυτί στο χέρι του,
ένας μασώντας ένα αστέρι και καταγράφοντας την τροχιά του,
καθένας σαν ένα ποίημα πειθαρχώντας στον εαυτό του,
εκτελώντας τις τελετές του Θεού,
ένας άνθρωπος ξεχωριστά.
«Εσύ είσαι η απάντηση»,
είπα και εισήλθα,
πλαγιάζοντας στις πύλες της πόλης.
Στη συνέχεια οι αλυσίδες σφίχτηκαν γύρω μου
κι έχασα το συνηθισμένο μου φύλο και την τελική μου άποψη.
Ο Αδάμ ήταν εξ αριστερών μου
και η Εύα εκ δεξιών μου,
και οι δυο παντελώς ασταθείς με τον κόσμο της αιτίας.
Πλέξαμε τα χέρια μας μαζί
και στριφογυρίσαμε κάτω απ' τον ήλιο.
Δεν ήμουν γυναίκα πια,
μήτε το ένα πράγμα μήτε το άλλο.
Ω Κόρες της Ιερουσαλήμ,
ο βασιλιάς μ' έχει φέρει στο δωμάτιο του.
Είμαι μαύρη κι όμορφη.
Εχω ξεκουμπωθεί και είμαι γυμνή.
Δεν έχω χέρια ή πόδια.
Είμαι ολόκληρη ένα δέρμα σαν ψάρι.
Είμαι τόσο πια γυναίκα
όσο κι ο Χριστός ήταν άνδρας.




Ann Sexton




Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

Διάλογος




Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ


Κι ο άντρας είπε: πεινώ.
Κι η γυναίκα του έβαλε ψωμί στο τραπέζι.
Κι ο άντρας απόφαγε.
Κι η γυναίκα τον κοίταζε πάντα.
Κι η γυναίκα είπε: είσαι δυνατός, μα δεν σε τρομάζω.
Κι ο άντρας είπε: είσαι όμορφη και όμως φοβάμαι.
Κι ο άντρας έδειξε το κρεβάτι τους.
Κι η γυναίκα ανέβηκε, σαν έτοιμη για θυσία.
Κι ο άντρας είπε: διψώ. Κι εκείνη σήκωσε σαν πηγή τον μαστό της.
Κι ο άντρας την άγγιξε. Κι η γυναίκα επληρώθη.
Κι η γυναίκα ακούμπησε ταπεινά το κεφάλι της στα πλευρά του.
Και κείνος κοίταζε πέρα, πολύ μακριά.
Κι ο άντρας είπε: θα ΄θελα να ΄μαι θεός.
Κι η γυναίκα είπε: θα γεννήσω σε λίγο.
Κι η γυναίκα αποκοιμήθηκε.
Κι ο άντρας αποκοιμήθηκε.
Και μια μέρα καινούργια ξημέρωσε.




Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΙΩΝΙΟΣ 


Η πόρτα έτριξε, κι ο άντρας μπήκε στο σπίτι.
Η γυναίκα ακούμπησε στο τραπέζι ένα πιάτο φακή.
Χιόνιζε.
Ο άντρας σηκώθηκε κι αγνάντεψε απ' το παράθυρο.
Η γυναίκα πήρε το πιάτο του άντρα, κι αργά, άρχισε να τρώει το λίγο φαΐ που' χε απομείνει.
Όταν πλάγιασαν ο άντρας της χούφτωσε τα στήθεια.
Ήθελε να ξεχάσει.
Η γυναίκα έκανε να τον αποφύγει.
Μα ήταν νέα ακόμα.
Τελείωσαν
Χωρίς κάν να φιληθούν.
Ο άντρας έμεινε λίγο με τα μάτια ανοιχτά μές στο σκοτάδι
κι αποκοιμήθηκε.
Η γυναίκα σηκώθηκε αθόρυβα, και πηγαίνοντας στην άκρη της κάμαρας, απόμερα έκλαψε.
Έξω, όλο χιόνιζε.




Τάσος Λειβαδίτης





Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Γιατί είναι νύχτα και η νύχτα είναι κακός σύμβουλος





Πώς γίναμε έτσι πάλι απόψε ρε γαμώτο, κώλος, ποιος φταίει πού φλυαρώ συνέχεια, πού δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου, πού δεν έχω κέφι, πού δεν αντέχω το φως, πού δεν μπορώ να γράψω μια γραμμή πού να μ΄ αρέσει, εσύ φταίς, με κάνεις και παγώνω, προκαλείς τον εγωισμό μου, γεμίζεις τα μάτια μου δάκρυα, εσύ φταίς για όλα, εσύ, εγώ δεν φταίω σε τίποτα. 
   Πόσες φορές πρέπει να σου πω ότι this will never come again, πόσες φορές πρέπει να γράψω στον καθρέφτη με κραγιόν τη λέξη τέλος, πόσα τσιγάρα πρέπει να ανάψω ακόμα ανάποδα, πόσες φορές θα βρίσουμε ακόμα ο ένας τον άλλον, αφού κατά βάθος αγαπιόμαστε, αφού το ξέρεις, αφού κρυώνεις, αφού οι παλιές αγάπες πάνε στον Παράδεισο, γιατί δεν πάμε, γιατί τα χάνεις, hasta siempre, χάσαμε το μπούσουλα, κρίμα, κρίμα, καλά, δεν σου ‘μαθε τίποτα ο Νικολαίδης; η σκηνή απ΄ το μάθημα τής ανατομίας; δεν σου ‘μεινε τίποτα απ΄ αυτά πού σου ‘λεγα μέχρι χθες; δεν έμαθες ακόμα ότι αγάπη και μίσος είναι δύο όψεις τού ίδιου νομίσματος; Μήπως έχουμε χωρίσει και δεν το ξέρουμε; Πόσες φορές πρέπει να ακούσω ακόμα το dust in the wind για να ξημερώσει; Αξημέρωτη νύχτα η ζωή, αξημέρωτο κι αυτό το τραγούδι των Kansas, με παίρνει συνεχώς από κάτω κι εγώ συνεχίζω να το βάζω συνέχεια για να μου θυμίζει εσένα, οι χορδές τού βιολιού σπάνε τις δικές μου, κάνουν κομμάτια τις ισορροπίες μου, τι ψάχνω άραγε να βρω; να δω; να πω; γιατί τα γράφω όλα αυτά σήμερα; γιατί είναι winter time και ακούω Steve Miller; γιατί θα είσαι πάντα η μικρή μου Αngie και everywhere i look i see your eyes; γιατί no one like you όπως λένε οι Scorpions; γιατί είναι νύχτα και η νύχτα είναι κακός σύμβουλος; σε ποιους πράγματι απευθύνονται; σε πρώην αριστεριστές, νυν αναγνώστες τού Βήματος και τής Κυριακάτικης Καθημερινής; σε μέλη τής επιτροπής για την σωτηρία τής πόλης; σε διανοούμενους πού αποβλήθηκαν απ΄ τις ακαδημίες γιατί ήταν λέει τρελοί; σε οπαδούς τής ροκ πού αποπειράθηκαν εφτά φορές να αυτοκτονήσουν; σε θαμώνες καλλιτεχνικών καφενείων; σε φανατικούς θεατές ταινιών τού Βέντερς; σε θλιμμένους ακροατές τού Rock FM; σε σένα; ποιος παίζει σ΄ αυτό το έργο; τι έργο είναι αυτό; είναι πρόζα ή ποίηση; ή μήπως είναι μουσική τού δρόμου, χειμωνιάτικη ιστορία, ελεγειακό ποίημα, χρονικό για το ροκ τής χαμένης μας αθωότητας; θα μελοποιηθεί απ΄ τον Keith Jarrett και θα κυκλοφορήσει στην ECM; ή θα γίνει ταινία πού το soundtrack της θα μείνει δέκα εβδομάδες στο νούμερο 1; θα πάρει χρυσό αγαλματάκι στις Κάννες; θα μεταφραστεί στα Ισπανικά; υπάρχει σκηνοθέτης να την γυρίσει ή πρέπει να βρω τον Αλμοδοβάρ; πλοκή; συγκεκριμένα πλάνα; κάστ ηθοποιών; ποιος κάνει κουμάντο εδώ ρε γαμώτο; να ειδοποιηθούν αμέσως οι αρχές, άσε, αύριο, αύριο κιόλας θα αλλάξω την διανομή, θα κάνω οντισιόν, ακροάσεις και τέτοια, θα είμαι ήρεμος, θα διαλέξω τις καλύτερες, θα τις κρίνω αυστηρά και με προσοχή, αντικειμενικά, όλες θα τις παίζεις εσύ, όλες, εντάξει μωρέ, ανακωχή, προσωρινή παύση εχθροπραξιών λευκή πετσέτα πώς το λένε, έλα, πάρε τσιγάρο, πάρε, εγώ θα πάρω πάλι τ΄ αρχίδια μου. 




Σταύρος Σταυρόπουλος




(απόσπασμα από το βιβλίο του, Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου, Απόπειρα, 2002, 2004)




Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

Στα ξένα;




Πού τήνε βρήκε αυτός την αγαλλίαση
πώς τάχα δεν τον κυνηγάνε τα σκυλιά
πώς το ποδάρι του δεν είναι πια στο δόκανο
πώς έχει πια, ελεύθερος ερήμου
μπουχτίσει το νερό
πώς έγινε
-δήθεν για ν’ αναθρέψει πάλι-
και τα νοστάλγησε όλ’ αυτά
-σκυλιά και δόκανα και δίψες-
υπαρκτά
μεγάλη ελπίδα να το νοσταλγείς
ένα μαρτύριο ενώ δεν έχει λήξει.



Γιάννης Βαρβέρης 


(ποίημα από τη συλλογή «Στα ξένα», Κέδρος, 2001)





Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Ο αφηρημένος από αγάπη ή τι γυρεύει στα μέρη μας η Έμιλι Ντίκινσον







Βάλε τα φτερά – τα λεπίδια σου
στις θήκες και έλα να μιλήσουμε
σαν άνθρωποι. Μην τεντώνεις
το τόξο της ηλικίας σου, θα το σπάσεις.
Μυρίζει μουσική. Με άλλο μάτι βλέπω τώρα
τον υδράργυρο της φωνής σου.
Όλα νύχτα έκοβα ξύλα, έκοβα λέξεις
στον ύπνο μου. Έκανα μονόλογους
και το χιονόνερο του ποιήματος
μου τρυπούσε τα κόκκαλα και πάγωνα.
Όλη νύχτα κατέβαινα στο υπόγειο
πού κρύβω τη σελήνη για να δω
το σώμα σου. Για να δω τις φωτιές
του Αι – Γιαννιού και τον ίδιο τον
Άγιο Ιωάννη με το κομμένο κεφάλι
στο χέρι. Ένα ρυάκι ρέει η Έμιλι Ντίκινσον
σηκώνει το φόρεμά της και ετοιμάζεται
να το περάσει. Μειδιά. Κοιτάζει με μάτια
χαμηλά το μέλλον. Ο σκύλος σου δεν βλέπει
τίποτα από όλα αυτά. Παίζοντας σέρνει
τον ουρανό στους δρόμους. Περπατώντας
χτυπάω στις γωνίες των εικόνων
και βγάζω ήχους, αστρική σκόνη
και αίμα φαντασίας, σε αυτή τη χώρα
του θορύβου και της τελικής σιωπής.




Γιάννης Κοντός





(αναδημοσίευση από το




Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Το γράμμα





Στην τσέπη του παλτού σου
παλιό σουσάμι
φλούδια φιστικιών
και το τσαλακωμένο γράμμα μου.
Ξύπνησαν λέξεις
φράσεις ανακλαδίστηκαν
έτριξα μήνες εκεί μέσα
μέρες του κρύου
νύχτες απ’ την κρεμάστρα μέσα στη σιωπή
μήπως ακούσεις
άλλαξα στίξη αμβλύνοντας υπαινιγμούς
κόπηκα ράφτηκα εν αγνοία σου
κατά τις πιθανές σου επιθυμίες.
Μα τώρα πια που μπαίνει το καλοκαιράκι
κι είναι σαφείς οι προοπτικές του μέλλοντός μας
αντί να γκρεμοτσακιστώ πηδώντας
ή αντί να με ξεγράψεις
στέλνοντας το παλτό σου στο καθαριστήριο
θα σφίξω θα μαζέψω
σε σουσάμι ή φλούδι
κι απ’ τις ραφές θα γραπωθώ για πάντα.
Κάποτε θα μ’ αγγίξουνε τα δάχτυλά σου.




Γιάννης Βαρβέρης




(ποίημα από τη συλλογή "Αναπήρων πολέμου", Κέδρος 1982)




Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Αισθηματίας




Ήμουν αυτό που λένε αισθηματίας. Συγκινιόμουν με ένα σωρό χαζά πράγματα: γυναικεία παπούτσια κάτω από ένα κρεβάτι, μια ξεχασμένη φουρκέτα στο νεροχύτη, από τον τρόπο που έλεγαν «πάω να κατουρήσω», από τις κορδέλες τους, όταν τις έβλεπα να διασχίζουν το δρόμο 1.30 το απομεσήμερο, από τα ατέλειωτα βράδια του συντροφικού πιοτού, από τους καβγάδες, τις ψιλοκουβέντες, τότε που σκέφτεται κανείς την αυτοκτονία.
   Και ακόμα έλιωνα όταν ένιωθα να συντελείται το θαύμα, όταν καθόμουν μαζί τους στο αμάξι μου, όταν αναθυμιόμουν τους έρωτές μου στις 3 τα ξημερώματα, όταν μου έλεγαν ότι ροχαλίζω, όταν άκουγα τα ροχαλητά τους, όταν μόνος μου σε ένα εστιατόριο διάβαζα την εφημερίδα μου και ήθελα να ξεράσω γιατί σκεφτόμουν πως τώρα είναι παντρεμένη με έναν διανοητικά ανάπηρο οδοντίατρο. Όταν έπινα, όταν χόρευα. Όταν φλέρταρα, όταν φλέρταραν. Όταν κοιμόμουν μαζί τους...» «Και η αγάπη;» Ρώτησε η Βάλερι.
   «Η αγάπη δεν παρουσιάζει προβλήματα σε εκείνους που ξέρουν να αντέξουν την ψυχική φόρτιση. Είναι σαν να προσπαθείς να κουβαλήσεις έναν σκουπιδοτενεκέ στην πλάτη σου πάνω από ένα ποτάμι αφρισμένα κάτουρα.» «Οι ερωτευμένοι συχνά είναι νευρωτικοί, επικίνδυνοι. Χάνουν κάθε αίσθηση προοπτικής και χιούμορ. Γίνονται υστερικοί, ψυχωτικοί, ανιαροί. Καμιά φορά γίνονται και δολοφόνοι.»
   «Έτσι και αλλιώς οι ανθρώπινες σχέσεις είναι αδιέξοδες. Μόνο οι δυο πρώτες βδομάδες έχουν ενδιαφέρον, μετά τα πράγματα γίνονται επίπεδα, πλαδαρά. Οι μάσκες πέφτουν και εμφανίζονται τα αληθινά πρόσωπα: τρελοί, ηλίθιοι, παρανοϊκοί, εκδικητικοί, σαδιστές, δολοφόνοι. Η σύγχρονη κοινωνία έχει δημιουργήσει ανθρώπους που κατασπαράσσουν ο ένας τον άλλον. Κανίβαλοι. Τα πάντα μοιάζουν με μονομαχία μέχρι θανάτου που διαδραματίζεται πάνω σε ένα τραπέζι μπιλιάρδου... Η μεγαλύτερη διάρκεια που μπορούμε να ελπίζουμε για μια σχέση μας είναι δυόμισι χρόνια.




Charles Bukowski


(απόσπασμα από το βιβλίο του "Γυναίκες", Οδυσσέας, 2009)




Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Πρώτος έρωτας




(...) Κάποια μέρα είχε την αναίδεια να μου ανακοινώσει ότι περίμενε παιδί, όχι από κανέναν άλλον, ήταν ήδη τεσσάρων ή πέντε μηνών έγκυος, αλλά από μένα. Γύρισε στο πλάι να δω την κοιλιά της. Ξεντύθηκε μάλιστα, προφανώς για να με πείσει ότι δεν έκρυβε μαξιλάρι κάτω από τη φούστα της, αλλά και επειδή της άρεσε απλώς να ξεντύνεται. Μπορεί να είναι ανεμογκάστρι, της είπα, με ύφος καθησυχαστικό. Κάρφωσε πάνω μου τα μεγάλα της μάτια που το χρώμα τους ξεχνώ, ή μάλλον το ένα της μεγάλο μάτι, γιατί το άλλο είχε ξεμείνει στα υπολείμματα του υακίνθου. Γυμνή γινόταν πιο αλλήθωρη. Κοιτάξτε, είπε, και σκύβοντας τα στήθη της κρέμασαν, οι ρώγες άρχισαν να σκουραίνουν. Επιστράτευσα όση δύναμη μου είχε απομείνει και είπα, Ρίξτε το, ρίξτε το, και θα γίνουν πάλι ροδαλές. Είχε τραβήξει τις κουρτίνες για να φαίνονται καλύτερα όλες οι καμπυλότητές της. Είδα το βουνό, αδιάβατο, σπηλαιώδες, μυστικό, όπου ολημερίς δεν θα άκουγα παρά μόνο τον άνεμο, τα θαλασσινά πουλιά, τα μεταλλικά χτυπήματα των εργατών που μακριά έσπαγαν πέτρες. Θα έβγαινα όσο ήταν μέρα ανάμεσα στα ρείκια και τα σπάλαθρα, ζέστη νοτισμένη από μυρωδιές, τη νύχτα θα κοίταγα από μακριά τα φώτα της πόλης, αν το 'θελα, και τα άλλα φώτα, των φάρων και των φαρόπλοιων που είχε ονομάσει για χάρη μου ο πατέρας, όταν ήμουν μικρός, και θα ξανάβρισκα τα ονόματά τους στη μνήμη μου, αν το 'θελα, τα γνώριζα. Από κείνη τη μέρα τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο, στο χειρότερο και στο μη χειρότερα. Όχι ότι με παραμελούσε, δε θα με παραμελούσε ποτέ εντελώς, αλλά ο τρόπος που συνέχιζε να με βασανίζει με το παιδί "μας", επιδεικνύοντας την κοιλιά και τα στήθη και λέγοντας ότι αναμενόταν ανά πάσα στιγμή, το ένιωθε ήδη να πηδά. Αν πηδά, είπα, δεν είναι δικό μου. Θα μπορούσε να είναι και πολύ χειρότερα, σ'εκείνο το σπίτι, είναι αλήθεια, φυσικά μπορεί να μην ήταν το ιδεώδες, δεν υποτιμούσα όμως και τα πλεονεκτήματά του. Δίσταζα να φύγω, τα φύλλα είχαν ήδη αρχίσει να πέφτουν, τρέμω τον χειμώνα. Αν και γιατί να τρέμεις τον χειμώνα, έχει κι αυτός τις καλοσύνες του, το χιόνι κρατά ζέστη και πνίγει το σαματά και οι χλωμές μέρες δεν αργούν να τελειώσουν. Τότε όμως δεν ήξερα ακόμη πόσο τρυφερή μπορεί να είναι η γη σ'εκείνους που δεν έχουν παρά μόνο αυτή και πόσοι είναι οι τάφοι στο δόσιμό της, για τους ζωντανούς. Η γέννηση με αποτελείωσε. Με ξύπνησε. Τι πρέπει να πέρναγε κι εκείνο το βρέφος! Φαντάζομαι ότι πρέπει να είχε και κάποια γυναίκα μαζί της, γιατί νομίζω πως άκουγα βήματα στην κουζίνα πάνω κάτω. Το έφερα βαρέως να φύγω από το σπίτι δίχως να με έχουν διώξει. Σκαρφάλωσα πάνω από τη ράχη του καναπέ, έβαλα το παλτό, το αδιάβροχο και το καπέλο μου, δεν μπορώ να σκεφτώ και τίποτ' άλλο, έδεσα τις μπότες μου κι άνοιξα την πόρτα του διαδρόμου. Ένας σωρός από παλιοπράγματα μου έφραζε τον δρόμο, τα παραμέρισα όμως κι άνοιξα δρόμο τελικά, παρά τον σαματά. Γάμος ήταν η λέξη που χρησιμοποίησα, γιατί ήταν έτσι κι αλλιώς κάποιο είδος ένωσης. Οποιαδήποτε προφύλαξη θα είχε αποδειχτεί περιττή, τίποτα δεν μπορούσε να καλύψει εκείνες τις κραυγές. Πρέπει να ήταν το πρώτο της. Με καταδίωκαν μέχρι τις σκάλες και έπειτα έξω στον δρόμο. Μπροστά από την πόρτα κοντοστάθηκα και αφουγκράστηκα. Ακούγονταν κι εκεί. Αν δεν ήξερα ότι υπήρχαν κραυγές στο σπίτι ίσως και να μην τις άκουγα. Γνωρίζοντάς το όμως τις άκουγα. Δεν ήξερα με βεβαιότητα που βρισκόμουν. Κοίταξα ανάμεσα στ' άστρα και στους αστερισμούς για τις Άρκτους, δεν μπορούσα όμως να τις βρω. Κι όμως εκεί θα ήταν. Πρώτος ο πατέρας μου τις είχε δείξει. Μου είχε δείξει κι άλλους, αλλά μονάχος, δίχως εκείνον πλάι μου, μόνο τις Άρκτους μπορούσα να βρω. Άρχισα να παίζω με τις κραυγές, όπως είχα παίξει με το τραγούδι, μπρος, πίσω, μπρος, πίσω, αν τούτο μπορεί να ονομαστεί παιχνίδι. Όσο προχωρούσα δεν τις άκουγα, τις σκέπαζαν τα βήματα. Αλλά μόλις σταματούσα τις άκουγα και πάλι, ίσως λίγο πιο εξασθενημένες κάθε φορά, εντάξει, αλλά τι σημασία έχει, εξασθενημένη ή δυνατή, μια κραυγή είναι μια κραυγή, και το μόνο που έχει σημασία είναι ότι πρέπει κάποτε να σταματήσει. Για χρόνια πίστευα ότι θα σταματούσαν. Τώρα δεν το πιστεύω πια. Θα μπορούσα πιθανόν να είχα ξαναγαπήσει. Αν και, ή αγαπάς ή δεν αγαπάς.


Σάμιουελ Μπέκετ


(απόσπασμα από το διήγημα "Πρώτος έρωτας" που βρίσκεται στην συλλογή διηγημάτων "Πρόζες 1945-1980", Πατάκης, 2013)



Τρίτη, 5 Απριλίου 2016

Μη μου μιλάς




Μη μου μιλάς απόψε μη,
γιατί ακούω μια φωνή που κάτι μου θυμίζει.
Δε θέλω ούτε μουσική
βάλε μου λίγη σιωπή και άσ’ τη να γυρίζει.
Σαν κάτι να’ πιασα και σαν
ν’ ανάβει μέσα μου καντράν με μια θαμπή λυχνία.
Ψίθυρος έρχεται βαθύς,
λόγια και μάγια της βροχής από παλιά ταινία.

Μη μου μιλάς απόψε μη,
ας κάνουμε μια δοκιμή να δούμε τι θα γίνει,
κλείσε τα φώτα, το νερό,
κλείσε την τράπουλα ταρώ και παίρνω την ευθύνη.
Το μέλλον είναι ορατό,
κατέβασε τον γενικό να σταματήσουν όλα,
τραγούδια και πολιτικές,
δηλώσεις και στατιστικές, κι ας γίνει καραμπόλα.

Μέσα στη σύγχυση αυτή
Μπορεί να χάσω το’ να αυτί, σαν τον παλιό ζωγράφο,
Μπορεί κι εγώ να τρελαθώ,
Στα ηλιοτρόπια να χαθώ και πια να μη σου γράφω.
Μη μου μιλάς απόψε μη,
γιατί ακούω μια φωνή που κάτι μου θυμίζει.
Δε θέλω ούτε μουσική
βάλε μου λίγη σιωπή και άσ’ τη να γυρίζει.


Μιχάλης Γκανάς


(μελοποιημένο ποίημα από το βιβλίο "Ταγκό για τρεις", Μελάνι, 2012)