Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Αποστροφή




Φθονώ την τύχη σας, προνομιούχα
πλάσματα, κούκλες ιαπωνικές.
Κομψά, ρόδινα μέλη, πλαστικές
γραμμές, μεταξωτά, διαφανή ρούχα.

Ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια.
Στα χείλη, μόνο οι λέξεις των παθών.
Ένα έχετ’ όνειρο: τον αγαθόν
άντρα σας και τα νόμιμα κρεβάτια.

Χορός ημιπαρθένων, δύο δύο,
μ’ αλύγιστο το σώμα, θριαμβικά,
επίσημα και τελετουργικά,
πηγαίνετε στο ντάνσιγκ ή στο ωδείο.

Εκεί απειράριθμες παίρνετε πόζες.
Σαν τη σελήνη πριν ρομαντικές,
αύριο παναγίες, όσο προχτές,
ακούοντας τη «Valenzia», σκαμπρόζες.

Ένα διάστημα παίζετε το τέρας
με τα τέσσερα πόδια κολλητά.
Τρέχετε και διαβάζετε μετά
τον οδηγό σας «διά τας μητέρας».

Ω, να μπορούσε έτσι κανείς να θάλλει,
μέγα ρόδο κάποιας ώρας χρυσής,
ή να βυθομετρούσατε και σεις
με μία φουρκέτα τ’ άδειο σας κεφάλι!

Ατίθασα μέλη, διαφανή ρούχα,
γλοιώδη στόματα υποκριτικά,
ανυποψίαστα, μηδενικά
πλάσματα, και γι’ αυτό προνομιούχα…




Κώστας Καρυωτάκης



Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Βασίλισσα τρομοκρατία





Εξαντλούμαι.
Το βάρος μου πολλαπλασιάζεται.
Οι πατούσες μου βουλιάζουν στην πέτρα.
Τρέμω την ανάγκη του ύπνου.
Τρέμω τον μικρό θάνατο.
Διατάζω τις σάλπιγγες να κολλήσουν πάνω στ' αυτιά μου.
Διατάζω τα σπαθιά να κολλήσουν τις μύτες τους κάτω απ' τα πλευρά μου.

Όρθιος.
Ξύπνιος.
Εφόσον αναπνέω.
Μέχρι την τελευταία ανάσα.
Υπόσχομαι όρκο απαραβίαστο να μπορώ να καταπίνω το κολλώδες σάλιο μου.

Είμαι εγώ ο περήφανος.
Ο νικημένος.
Θέλω να μάθω ποιος με νίκησε.
Να βγει στο φως να τον αναγνωρίσω.
Να δω το σχήμα του, το χρώμα του, την οσμή του.
Αν έχει σχήμα, χρώμα, οσμή.
Αν είναι φάντασμα, είμαι χαμένος. 

Το μαρτύριό μου συνεχίζεται. Η υγρή θερμότητα ευνοεί τον πολλαπλασιασμό. Και της φαντασίας. Όσο πάει, βλέπω και λιγότερο. Θέλω, όμως, να βλέπω. Η ύαινα της αμφιβολίας με ξεσκίζει. Κιότεψα. Αφέθηκα. Η ερημική πορεία μού έπεσε βαριά. Οι κίνδυνοι του ταξιδιού μεγάλοι. Το σκάφος τρίζει. Η σχίζα του μυαλού που έμεινε ανέπαφη προστάζει να υποστώ όλη τη δοκιμασία ξύπνιος. Έτσι έχω ελπίδα να επιζήσω. Έτσι έχω ελπίδα να ξεγαντζωθώ. Έτσι έχω ελπίδα να ξαναξεκινήσω. Έτσι έχω ελπίδα να 'ρθω...

Κυλάω δύσκολα τον χρόνο μου.
Στο δέρμα της κοιλιάς μου φυτρώνουν αγκάθια.
Οι ήχοι στουμπώνουν τ' αυτιά μου και δεν αναγνωρίζονται.
Χιλιάδες χρόνια, με ημερομηνίες ανεξέλεγκτες, 
απασχολούν το μυαλό μου.
Χοντρές μπάρες μπετόν χωρίζουν σε παράλληλες λουρίδες το οπτικό μου πεδίο.
Αναπνέω γλοιώδη αέρα.
Ψάχνω με το δέρμα μου ν' ακουμπήσω σε λίγη ζεστή σκιά...

Οι ανάγκες μου τέλειωσαν.
Δεν μ' ενδιαφέρει το μοίρασμα του χρόνου.
Ζω όλες τις ώρες
Τώρα δεν υπάρχουν ώρες.
Υπάρχει μέρα και νύχτα.
Χωρίς διαφορά.
Αν εξαιρέσεις το άναμμα των προβολέων που γίνεται αυτόματα σαν σκοτεινιάζει.

Η τρομοκρατία έγινε βασίλισσα.
Επιβάλλεται και διατάζει σαν στρίγγλα.
Εμένα με διέταξε να φοράω σελοφάν.
Τσαλακωμένο.
Διαφανές.
Φωταγωγημένο.
Φαίνονται όλα μου τα σπλάχνα σαν σε ομίχλη.
Και οι κινήσει τους.
Όπως οι ακάλυπτες μηχανές των μοντέρνων ρολογιών. 
Τα σπλάχνα μου δεν κάνουν θορύβους.
Ούτε ματώνουν.
Αν θέλεις, μπορείς να καρφιτσώσεις πάνω τους μία μαργαρίτα.




Σπύρος Σίγμα


(απόσπασμα από το βιβλίο του "Ο Λυπημένος Ερωδιός", Σμίλη, 2016, δ' έκδοση)






Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Παράπονο





Πολλά δέν εἶχα μά ἕνα μόνο γύρεψα·
πολύ τό γύρεψα λίγο γιά νά τό λάβω.
Τό γύρεψα τόσο πολύ πού ἔπρεπε νά μοῦ δοθεῖ
ἄλλα μοῦ δόθηκαν πού δέν τά γύρεψα
τόσο πού τ’ ὀνειρεύτηκα πολύ
πού ἤτανε λίγο σάν νά τό’ χα λάβει.
Πολλά δέν γύρεψα ἕνα μονάχα μές στόν κόσμο αὐτό
καί μόνο αὐτό, ἄχ, πού γύρεψα δέν εἶχα.




Λέννα Παππά






(Από τη συλλογή "Σκοτεινός θάλαμος", Άπαντα Α’ τομ., 1979, Εκδόσεις των Φίλων)






Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Τρεις άνθρωποι




Η κυρία μαζεύει τα καρύδια. Κρέμεται από το μπαλκόνι να τα φτάσει. Τα θέλει όλα για γλυκό. Πέφτει. Στο αίμα της ζωγραφίζει η εγγονή της μια καρδιά.

Ο νέος μπαίνει στο αυτοκίνητο. Πάει στη μαμά του. Βιάζεται να την προλάβει πριν ξυπνήσει. Πατάει το γκάζι, τον δρόμο το νόμιζε ίσιο. Καρφώνεται στο σπίτι του. Η μαμά του ξύπνησε. Αυτός κοιμάται για πάντα.

Ο άντρας λέει πως στηρίζεται στα πόδια του. Θάβει τη μάνα του. Σήμερα στη δουλειά το δεξί του πόδι κουτσαίνει.





Ερασιτέχνης Άνθρωπος







Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

Λαίδη Λάζαρος



...Κύριοι, κυρίες,
Αυτά είναι τα χέρια μου,
Τα γόνατά μου.
Μπορεί να είμαι πετσί και κόκαλο,
Εντούτοις, είμαι η ίδια, αυθεντική γυναίκα.
Την πρώτη φορά ήμουνα δέκα ετών.
Ήταν ένα ατύχημα.
Τη δεύτερη φορά το εννοούσα
Να κρατήσω ως το τέλος και να μην επιστρέψω καθόλου.
Κουνούσα κλειστή
Σα μια αχιβάδα.
Χρειάστηκε να φωνάζουν και να φωνάζουν
Και να μαζέψουν τα σκουλήκια από πάνω μου σα γλοιώδη μαργαριτάρια
Το να πεθαίνεις
Είναι μια τέχνη, σαν καθετί.
Το κάνω ιδιαίτερα καλά.
Το κάνω τόσο καλά που είναι η κόλαση.
Το κάνω τόσο καλά που μοιάζει αλήθεια.
Θα μπορούσατε να π
είτε ότι το έχω ταλέντο.
Είναι αρκετά εύκολο σε ένα κελί.
Είναι αρκετά εύκολο να το κάνεις και να μείνεις έτσι.
Είναι η θεατρική
Επιστροφή στο φως της μέρας
Στον ίδιο τόπο, στο ίδιο πρόσωπο, στην ίδια κτηνώδη
Απολαμβάνουσα φωνή:
«Έγινε ένα θαύμα!»
Αυτό μου κόβει την αναπνοή.
Πρέπει να πληρώσετε
Για να δείτε τις ουλές μου, πρέπει να πληρώσετε
Για ν’ ακούσετε την καρδιά μου –
Πραγματικά χτυπάει
Και πρέπει να πληρώσετε, να πληρώσετε, να πληρώσετε πολύ ακριβά,
Για μια λέξη ή για ένα άγγιγμα
Ή για λίγο από το αίμα μου
Ή για ένα κομμάτι από τα μαλλιά ή τα ρούχα μου.
Έτσι, έτσι λοιπόν, Χερ Ντόκτορ.
Έτσι, Χερ Εχθρέ μου.
Είμαι το έργο σου,
Είμαι το πολύτιμό σου,
Το όλο χρυσό μωρό
Που λιώνει σε μια κραυγή.
Περιστρέφομαι και καίγομαι.
Μη νομίσετε ότι υποτιμώ τη μεγάλη σας προσοχή.
Στάχτη, στάχτη –
Χώνετε κάτι και ανακατεύετε,
Σάρκα, κόκαλα, δεν υπάρχει τίποτα –
Ένα κομμάτι σαπούνι,
Ένα δαχτυλίδι γάμου,
Ένα χρυσό σφράγισμα.
Χερ Θεέ, Χερ Λούσιφερ,
Πρόσεχε.
Πρόσεχε.
Μέσα από τη στάχτη
Βγαίνω με τα κόκκινα μαλλιά μου στη μέρα
Και τρώω τους άντρες σαν αέρα.




Sylvia Plath







Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Ταλαιπωρία





Ω Ταλαιπωρία!
Έναν άνθρωπο ζητώ να μιλήσω και δεν βρίσκω.




Αββάς Σισώης



(Από το "Γεροντικό")










Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Δημητρός




Όταν περπατάει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις συμβαίνει αυτό, έχει το άσπρο του φορτηγάκι που τον πάει παντού, το αριστερό του πόδι κάνει περισσότερο θόρυβο. Ο πάτος απ’ το παπούτσι του είναι σχεδόν ξεκολλημένος και το σέρνει να μη φανεί. Στο παντελόνι, φαίνονται τα σχήματα  του κινητού, των κερμάτων, των τσιγάρων, ήταν δεν ήταν στις τσέπες του. Ξεθωριασμένο το χρώμα του παντελονιού και στον κώλο, κάθεται μες τις ώρες στο μπακάλικό του και ας μην πατά πια ψυχή και πίσω από το γόνατο, το δεξί βεβαίως, εκεί που λυγίζει το πόδι. Η ζώνη κάτω από την κοιλιά καθόλου δεν εμποδίζει το πουκάμισο να βγει από τη μέση του και οι αγκώνες έχουν φαγωμένα μπαλώματα τόσο που δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν ήταν έτσι από την αγορά του ή αν τα έραψε κάποια από τις τρεις και πλέον γυναίκες του. Μέσα σε δέκα χρόνια εξάντλησε τους τρεις επιτρεπόμενους ορθόδοξους γάμους, ακολούθησαν συγκατοικήσεις χωρίς τέτοιου είδους επισημότητες αλλά και οι αντίστοιχοι χωρισμοί. «Κι άλλες πάτε και πάρτε τον. Για ζήστε μαζί του να δείτε και σεις τι εστί Δημητρός», έλεγε η πρώτη του γυναίκα όταν οι γειτόνισσές της την σφύριξαν πως σπίτωσε άλλην. Όλες έζησαν στο σπίτι του, το πατρικό της μάνας του, στης οποίας το δωμάτιο καμιά δεν άφηνε να μπει, έστω να ανοίξει το παντζούρι. Μόνο αυτός. 
   Το μπακάλικο ρήμαζε από τότε που έφυγε και η τελευταία, πέντε χρόνια τώρα. Ψωμιά, γάλατα και τσιγάρα έφερνε, όσα θεωρούσε αναγκαία γι’ αυτόν. Κάτι γιαγιάδες που δε μπορούσαν να περπατήσουν μέχρι την πλατεία ήταν οι μόνες πελάτισσες και επειδή δεν καλοέβλεπαν τις πάσαρε και κανένα ληγμένο γάλα. Δωσ’ του και έκαναν ρυζόγαλο για να μην το πετάξουν και από καμιά φορά, η γιαγιά απέναντι που ήταν σαν θειά του, του πήγαινε και από κανένα αχνιστό πιάτο με μπόλικη κανέλα. «Αχ Δημητρό, στην σύνταξη κοντεύεις να βγεις και ποια η προκοπή σου;». Δεν την απαντούσε πια. Είχαν πει τα ίδια και τα ίδια άπειρες φορές. «Δεν άφησες  γυναίκα να στεριώσει στο σπιτικό σου ή ένα παιδί, αφιλότιμε, φοβήθηκες να κάνεις να το 'χεις συντροφιά, να σε γηροκομήσει. Ποιος θα γυρίσει να σε δει νομίζεις, εγώ;», ήταν η συνέχεια της ίδιας «κασέτας» που έπαιζε για χρόνια. Παιδί, λέει, τι παιδί; Και αν δεν έβγαινε κορίτσι να του δώσει το όνομα της μάνας του, τι να το κάνει; Να έβγαινε κανένα αγόρι και να έπρεπε να ακούει μια ζωή το όνομα του αναθεματισμένου πατέρα του. Θεός να φυλάξει! Καλά έκανε ο ακατανόμαστος και τους άφησε χρόνους νωρίς, αν και ήταν κάπως ξαφνικά, όλοι το είπαν στο χωριό, και καλά έκανε και αυτός που δεν έκανε παιδιά, γιατί άλλωστε καμιά τους δεν θα μπορούσε να του κάνει κόρη σαν τη μάνα του. 
   Πήρε τον δρόμο χωρίς το φορτηγάκι του. Δεν ήθελε να ταράξει με τη τρύπια του εξάτμιση την ησυχία της κυρά Μέλπως, όχι βέβαια ότι μπορούσε να την αναστατώσει, αφού ξαπλωμένη στο νεκροκρέβατό της ήταν, αλλά να, θυμόταν τα λόγια της μάνας του που του έλεγε «ο νεκρός θέλει ησυχία, γιατί αλλιώς θα σηκωθεί και θα σε πάρει μαζί του». Φοβόταν, δεν γινόταν να το αρνηθεί, από χρονιάρικο τον κουβαλούσε μαζί της όπου και αν πήγαινε, μα οι αγαπημένες του στιγμές ήταν στις κηδείες, όταν πήγαιναν στο σπίτι να κλάψουν το νεκρό. Καθόταν κολλητά στη μαμά του, τότε τα σπίτια ήταν στενόχωρα, με σταυρωμένα τα χέρια, μα δεν τον πείραζε καθόλου, ούτε το ότι ήταν το μόνο παιδί, ούτε ότι έκλαιγαν, ούτε το στρίμωγμα, αντιθέτως, γιατί μπορούσε να είναι τόσο κοντά της, να την μυρίζει, να την αγγίζει, να ακουμπά το κεφάλι του στο μπράτσο της, τάχα ότι συμπονά και αυτός ή ότι βαριέται. Κάποιες φορές κουνιόταν ελαφρά μπρος πίσω για να μοιάζει με χάιδεμα η μεταξύ τους επαφή. Ο Δημητρός από τότε, τι κι αν έθαψε τη μάνα του, πήγαινε σε όλες τις κηδείες με την πρόφαση πως είχε μπακάλικο, ήταν επιχειρηματίας και έπρεπε να έχει με όλους καλές σχέσεις, καθόταν πλάι σε κάποια γιαγιά και έβαζε τα χέρια στα μάτια του και έκλαιγε, όχι για το άρτι αποθανόντα, αλλά για τη μάνα του και μόνο για αυτήν.



Ερασιτέχνης Άνθρωπος



Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Ράλι





Έπεσες σε κενό ανθρώπου.
Προσδέσου.


Στη δεξαμενή των λυγμών σου
πρόσθεσε το όνομα μου.


Οι αποθήκες των ονείρων μου
είναι πάντα γεμάτες χώμα.



Ασαφή τα όρια αυτής της νύχτας
που σε περιμένω.



(Από τη συλλογή "Δευτερόλεπτα του φόβου", Κέδρος, 2006)




Έσπασε το μολύβι.
Έσπασε το χέρι.
Έσπασε η γλώσσα.

—Όλοι φωνάζουν—



(Από τη συλλογή "Τα οστά", Κέδρος, 1982)





Σήμερα οδηγώ πολύ νευρικά
και με μεγάλες ταχύτητες την πολυθρόνα μου. 
Ήδη έχω σπάσει τρεις φορές το φράγμα του νέφους. 
Έχουν σακατευθεί,
έχουν σκοτωθεί πολλοί σωσίες μου. 
Έμεινα μόνος. 
Μόνος οδηγώ αυτόν τον κίνδυνο. 
Περνώ αστραπιαία και με κοιτούν με απορία. 
Ούτε κατάλαβα ποτέ γιατί τρέχω έτσι ακίνητος, αφηρημένος, κοιτώντας αλλού την ησυχία. 
Τα σήματα της τροχαίας κάποιος τα έχει αλλάξει 
και δείχνουν συνέχεια μονόδρομο. 
Πολλές φορές την πόλη την έχω δει 
ανάποδα ή έχω πέσει σε βαθιά νερά. 
Άλλες φορές οι λακούβες είναι στρωμένες 
με μπαμπάκι, η ορατότητα αρίστη. 
Όπως αντιλαμβάνεσθε, όλα μαθηματικώς με οδηγούν 
στην επόμενη στροφή που περιμένει: 
ο γκρεμός, η θάλασσα, η απογείωση. 







Γιάννης Κοντός




(Από τη συλλογή «Δωρεάν Σκοτάδι», Κέδρος, 1989)





Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Ο κακός ο άνθρωπος






Είμαι ο πιο κακός άνθρωπος στον κόσμο. 
   Έτσι νομίζω τουλάχιστον. Εντάξει, μπορεί και να κάνω λάθος. Πάντως απ’ όλους τους ανθρώπους που έχω γνωρίσει στη ζωή και στα ταξίδια μου – και δεν είναι και λίγοι – χειρότερος από εμένα δεν υπήρξε ποτέ κανείς.
   Είμαι πραγματικά κακός. Έχω πλήρη αντίληψη της κακότητάς μου και, όποτε τη φανερώνω, το κάνω συνειδητά. Δεν αφήνομαι να παρασυρθώ από άλλα κατώτερα ένστικτα. Μίσος, πικρία, ζήλια, εκδίκηση, όλα αυτά τα περιφρονώ. Δεν τα χρειάζομαι για να είμαι κακός.
   Η δική μου κακία είναι αγνή. Πρωτογενής. Αυθύπαρκτη. Ξυπνάει μέσα μου όπως η πείνα το μεσημέρι και η νύστα αργά το βράδυ. 
   Δεν μου την εμπνέουν το περιβάλλον μου και οι άλλοι. Δεν θα το επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου να είμαι κακός για τους άλλους. Είμαι κακός για τον εαυτό μου. Μπορεί να είναι οι άλλοι που την εισπράττουν, αλλά – ειλικρινά – δεν μισώ, ούτε καν αντιπαθώ κανέναν τους. Αντιθέτως. Πολλούς απ’ αυτούς τους αγαπώ. Ίσως και όλους. 
   Κάποιους μάλιστα τους αγαπώ περισσότερο. Σ’ αυτούς αφιερώνω και το μεγαλύτερο μέρος της κακίας μου. Οι πιο αδύναμοι υποφέρουν. Οι πιο δυνατοί μού την ανταποδίδουν. Και ο κόσμος προχωρά. Και η ζωή συνεχίζεται.
   Δεν μπορώ να ξέρω αν γεννήθηκα κακός. Δεν θυμάμαι. Κι όμως, είμαι σίγουρος πως θα πεθάνω τέτοιος.
   Είμαι στ’ αλήθεια περήφανος για την κακία μου. Είναι το αγαπημένο παιδί. Το σημαντικότερο δημιούργημά μου. Έργο ζωής. 
   Κάποτε, όταν ήμουν νέος, προσπάθησα να απαλλαγώ από αυτήν και να αλλάξω. Γρήγορα, ευτυχώς, κατάλαβα την πλάνη μου. 
   Δεν γίνεται να είναι κανείς και ερωτευμένος και καλός άνθρωπος.




Γιάννης Αντάμης


(απόσπασμα από το βιβλίου του "κατά τον δαίμονα εαυτού", Τόπος, 2008)



Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Αχ η αγάπη




Με την αγάπη, προτεραιότητα έχει το όλον απέναντι στο ιμπεριαλιστικό εγώ. Η αγάπη είναι η παγκόσμια έλξη χάρη στην οποία στέκεται ο κόσμος. Η αγάπη βασίζεται στην ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου και δεν επιβάλλεται. Με την αγάπη ο άνθρωπος εξαφανίζει το εγώ του και με την αυτοταπείνωση μεταμορφώνεται σε αυτόνομο δημιουργό της μοίρας του, αφού επιλέγει ο ίδιος αυτά που θέλει να πραγματοποιήσει.




Νικηφόρος Βρεττάκος




Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Λευκή Σελίδα





Από το παράθυρό μου βλέπω τον ήλιο να χρωματίζει τον ουρανό καθώς δύει αργά και κρύβεται πίσω από τα βουνά. Από τώρα ξεκινώ καινούρια περιπέτεια. Δεν ξέρω που πάω και φοβάμαι λίγο, αλλά νιώθω καλά, ζωντανή, ήρεμη. Η σημερινή ημέρα ήταν από αυτές που σου αλλάξουν όλη τη ζωή. Θα βάλω το ΜP3 μου σε λίγο και θα ονειρευτώ όλα όσα θέλω να κάνω, όλα όσα θέλω να ζήσω, να νιώσω. Θέλω να μάθω να αναπνέω, να εισπνέω ότι υπάρχει γύρω μου, να εμπνευστώ, να βρω τον εαυτό μου μέσα σ’αυτό το μπερδεμένο μου εγώ. Αυτό θέλω για τις ημέρες που θα έρθουν

Καληνύχτα, κάλε μου εαυτέ.



Μαριάνθη Α. Χασάπη




(απόσπασμα από την "Λευκή Σελίδα" της-αδημοσίευτo)




Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Βασιλιάς μου





Υποκριτές Γραμματείς,
φίλοι και αδελφοί,

πρέπει να τα καταστρέφετε όλα; Λες και ο κόσμος είναι καινούριος; Λες και είναι το πρώτο πρωινό; Λες και είναι ακόμα η ανατολή;

Η αλήθεια, αξιότιμοι Γραμματείς, είναι ότι έχει ήδη καταστραφεί, η βασική μας απογοήτευση, είναι η ελευθερία μας. Πρέπει να μην έχεις τίποτε να χάσεις, για να αγαπάς ψυχή τε και σώματι. Πρέπει να ανέβεις στα μεγαλύτερα ύψη, για να τολμήσεις να βουτήξεις με το κεφάλι. Πρέπει να υπομείνεις την πτώση αυτοκρατοριών και τις μεγαλύτερες καταιγίδες για να είστε μαζί εκείνη τη στιγμή. Πρέπει να έχεις ζήσει, να έχεις χάσει, ξανά και ξανά, για να θριαμβεύσεις. Η αγάπη δεν είναι τίποτα όταν είναι καινούρια, καθαρή και αγνή. Η αγάπη πριν την καταιγίδα δεν είναι απόφαση. Είναι διαταγή. Όταν συμβεί το γεγονός,
το ατύχημα ή η ευκαιρία, πρέπει να είσαι εκεί. Όρθιος.
Να βρεις τη λέξη, το άγγιγμα, το βλέμμα. 

Ναι, αγάπη μου, αυτή τη στιγμή, βασίσου επάνω μου. Δεν θα εξαφανιστώ. Εκείνο το λεπτό, θα βρίσκομαι εκεί. Κι έτσι, προβλέπω, ότι θα είμαστε νικητές.


(απόσπασμα από την ταινία Mon Roi, 2015, σε σκηνοθεσία Maiwenn και σε σενάριο Maiwenn και Etienne Comar)



Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Η ταφή που δεν έγινε





Πέθανε κι άλλος φίλος.
Αναπάντεχα. Ούτε προετοιμασίες. Ούτε αποχαιρετισμοί
Να έτσι ξαφνικά, φύτρωσαν τα γιασεμιά στα μάτια του.
Δεν άντεξε στις τόσες μετακινήσεις, στις τόσες αλλαγές.
Κι ένα πρωινό ανοίγοντας το παράθυρο, τον χτύπησε
ο ήλιος κατά πρόσωπο και έμεινε κρεμασμένος στο περβάζι.
Η αλυσσιδίτσα στο λαιμό του, γυάλισε για τελευταία φορά
απεγνωσμένα στο φως.
Το σώμα του μένει ακόμα κει
ξεχασμένη σημαία μεγάλης ήττας! – Εσύ μικρή εταίρα γιατί κλαις;
Για τον θάνατό μας εργάζονται άλλοι.



Γιάννης Κοντός




Όποιος φεύγει, για τον άλλον κόσμο ή για αυτόν, αλλά κάπου αλλού, μακριά, να παίρνει μαζί του και τα πράγματά του. Τί είμαστε εμείς, οι και καλά τυχεροί που μείναμε πίσω, δούλοι αναμνήσεων; Να τα μαζεύουμε και από το κλάμα να μουσκεύουν; Μουχλιάζουν κύριοι έτσι τα ρούχα και βρωμάνε, όπως τα σώματά σας τα πεθαμένα. Και άλλωστε, να τα κάνουμε τι; Θα τα φορέσει σάμπως κανένας; Δεν μας σκέφτεστε καθόλου; Προφανώς, τι ρωτάω. Και όταν ακούω αυτή την ερώτηση "τί τα θέλει τόσα, μαζί του θα τα πάρει;" θέλω να φωνάξω, ναι ρε μαζί του να τα πάρει και να μην ξαναγυρίσει, να μην φαίνεται από πουθενά πως υπήρξε, αλλά κρατιέμαι, γιατί δεν ξέρω ακόμη, αν πιο πολύ λυπούν αυτούς που έφυγαν και δεν τα πήραν μαζί τους ή αυτούς που έμειναν και τα μαζεύουν. Τέλος πάντων, η ουσία είναι πως αύριο θα πάω για ψώνια. Θέλω να είμαι σίγουρη πως θα σας ταλαιπωρήσω.




Ερασιτέχνης Άνθρωπος




Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

Η βασίλισσα







Σε ονόμασα βασίλισσα.
Υπάρχουν ψηλότερες από σένα, ψηλότερες.
Υπάρχουν αγνότερες από σένα, αγνότερες. 
Υπάρχουν ομορφότερες από σένα, ομορφότερες. 
Αλλά εσύ είσαι η βασίλισσα.

Όταν περπατάς στο δρόμο 
κανείς δε σε αναγνωρίζει. 
Κανένας δε βλέπει το κρυστάλλινο σου στέμμα, 
κανένας δεν κοιτάζει 
το από κόκκινο χρυσό χαλί 
που πατάς καθώς περνάς, 
το χαλί δεν υπάρχει.

Κι όταν εμφανίζεσαι 
όλοι οι ποταμοί ακούγονται 
στο κορμί μου, καμπάνες 
σείουν τον ουρανό 
κι ένας ύμνος γεμίζει τον κόσμο.

Μονάχα εσύ κι εγώ, 
μονάχα εσύ κι εγώ, αγάπη μου, 
τον ακούμε.




Πάμπλο Νερούδα





Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

Φίλα κάθε δάκρυ και πληγή





ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΗ

Scene I:
their scene

Φιλάει την τρομερή ουλή στο σώμα του.
Ακόμα κι όταν εκείνος αρχίζει να κλαίει σιωπηλά
εκείνη συνεχίζει. Φιλάει την ουλή που εκείνος
ντρέπεται να δείξει.


Scene II:
his scene

Όταν τα δάκρυα στεγνώσουν μαζί με τα υπόλοιπα υγρά
κοιτάζει αλλού· δεν ξέρω πού
πάντως σίγουρα όχι στα μάτια της.

Οδηγεί πίσω – η οικογένεια τον περιμένει κάθε βράδυ.
Κάθε βράδυ. Το πορτοφόλι είναι λίγο πιο ελαφρύ απόψε.


Scene III:
her scene

Και το Έργο της δεν θα ανθολογηθεί σε κανένα βιβλίο.
Τα δάκρυα στο μαξιλάρι έχουν στεγνώσει·
δεν θα μπορέσει να τα δείξει σε κανέναν.

Τα ξημερώματα
θα διαβάσει ξανά τους ποιητές
με την ελπίδα να έχουν εφεύρει μια νέα λέξη για την Τέχνη της.

Μια λέξη όμορφη.




ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΕΙΣ

Να προλαβαίνεις.
Ούτε ένα να μη σου ξεφεύγει.

Δεν υπάρχουν σωστές λέξεις
γιατί οι λέξεις δεν είναι σωστές.

26 χρόνια (και κάτι)
μου πήρε να το μάθω.

Βιβλία με τεράστιες γραμματοσειρές
παρουσιαστές με γαλάζια ρούχα
δόντια βαμμένα

μιλάνε για σωστές λέξεις
αφού από τις λέξεις ζούνε.

Άσε τις λέξεις, δεν υπάρχει χρόνος.
Τόσα πολλά σού ξέφυγαν
ενώ της έγραφες πορτρέτα.

26 χρόνια (και κάτι)
αλλά επιτέλους ξέρω.

Να φιλάς κάθε της δάκρυ.
Ούτε ένα να μη σου ξεφεύγει.




Αλέξης Αντωνόπουλος





Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Ολονυχτία






Δε με κατάλαβες· όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάι σου, προσπαθούσα να κλείσω
τα παράθυρα, πάλευα – όλη τη νύχτα.
Ο αγέρας επέμενε.
Άπλωσα τότε
τις παλάμες μου πάνω σου σαν
δυο φύλλα ουρανού, και σε σκέπασα.
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
δίχως χέρια τον κόσμο.



Νικηφόρος Βρεττάκος




(από τη συλλογή "Το βάθος του κόσμου", 1961)







Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Ελιά







Στα πόδια ανάμεσα ελιά
μη τη δαγκώσεις
φάρος σου λέει προσοχή βράχια
απόκρημνη πλαγιά
κίνδυνος τσακίσματος


Στην πλάτη ελιά
ανάμεσα στα κύματα
τα κόκκαλα των πλευρών σου
8 μποφόρ έρωτα
φουσκωμένη θάλασσα
πρόσεχε με την άμπωτη μην πιάσεις ξέρα

Στο πρόσωπο ελιά
στα χείλια πλάι
προσοχή λόγια κοφτερά βράχια
προσοχή υγρά φιλιά μέχρι πνιγμού
προσοχή μεγάλο άνοιγμα
οδηγεί στο σκοτάδι
όχι στην καρδιά

Το δάχτυλο πάει απ' τη μια στην άλλη
τις ενώνω
κάτι σαν τεντωμένο τόξο γίνεται
απλώνεις το χέρι σου
βέλος
να μ' αγγίξεις
προσοχή πάει ίσα στην καρδιά μου




Ερασιτέχνης Άνθρωπος



Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

Απολυτίκιο ή συνταγη





Σε απολυτίκια Αγιών
βλαστήσας ὡς δένδρον εὔκαρπον
σε ψάχνω
και σε συνταγές για δείπνα
σοτάρουμε μέχρι να καβουρδιστείη ψυχή μας 

μα δεν σε βρίσκω


Σβήνουμε
μόλις ροδίσει το συναίσθημα
με κρασί και μετά από 1' προσθέτουμε
ντομάτα, θυμάρι ή βασιλικό, αλάτι και πιπέρι

πάλι δεν έχει την γεύση σου


'Αναβλύζεις δαψιλῶς
δεν αφήνεις την δροσιά σου
ίνα φανερωθεί ἐν τη σαρκί μου

και ούτε μια συνταγή αρχάρια για τον έρωτα
και ούτε ένας Άγιος δε μου λέει πως θα 'ρθεις.



Ερασιτέχνης Άνθρωπος



Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Η διάρκεια της λατρείας




(...) ό,τι κρατάει την λατρεία ζωντανή, αυτό κινδυνεύει. Μαζί του κινδυνεύει κι η λατρεία. Κινδυνεύει απ' αυτό που κινδυνεύει περισσότερο. Πόσο κρατάει η λατρεία; Κρατάει μόνον όσο κρατάει άραγε κι αυτό; Κι όταν χάνεται αυτό, χάνεται μαζί του κι η λατρεία άραγε; Τόσο μόνον κρατάει η λατρεία άραγε; Τι είναι αυτό που παίρνει μαζί την λατρεία; Τόσο εξαρτημένη είναι η λατρεία από αυτό; Η λατρεία κι αυτό μαζί γεννιούνται χάνονται μαζί. Έτσι είναι άραγε; Αν είναι έτσι, τί είναι λατρεία; Μόλις σβήσει ο ήλιος, σβήνει κι αυτό.




Δημήτρης Δημητριάδης



(απόσπασμα από το βιβλίο του "Insenso", Ίνδικτος, 2007)







Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

Ποιήματα για την Κρις






(Το σωστό λάθος)
να έχουμε συναντηθεί στο τέλος της μέρας
σ’ ένα περίπατο στη λεωφόρο.

-----------------------------

Πιστεύω πως δεν σ’ αγαπώ,
πως μόνο αγαπώ την απιθανότητα
την τόσο φανερή να σε αγαπώ
όπως το χέρι το αριστερό
το ερωτευμένο με αυτό το γάντι
που ζει στο χέρι το δεξί.

------------------------------

Τώρα γράφω πουλιά.
Δεν τα βλέπω να έρχονται, δεν τα διαλέγω,
ξαφνικά βρίσκονται εκεί, είναι αυτό,
ένα σμήνος από λέξεις
μία
προς
μία
στα σύρματα της σελίδας,
τιτιβίζοντας, τσιμπώντας, βροχή φτερών
κι εγώ χωρίς ψωμί να τους δώσω, μονάχα
αφήνοντας τα να έρθουν. Ίσως
αυτό να είναι ένα δέντρο
ή ίσως
ο έρωτας.

-----------------------------

Δεν θα σε κουράσω με άλλα ποιήματα.
Ας πούμε ότι σου είπα
σύννεφα, ψαλίδια, βαρελάκια, μολύβια,
και ίσως μια φορά
να χαμογέλασες.




Julio Cortázar







Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Παραιτούμαι




Σε ψάχνω ακόμα.

Ψηλαφιστά, στους τέσσερις τοίχους μπουσουλώντας, σε κρατούσα στο χέρι, δεν μπορεί να μ’ αφήσεις και συ, δεν είναι δυνατόν να πέταξες για ζώνες τροπικές, μονάχα οι γλάροι μπορούν και χώνονται στα σύννεφα και συ γλάρος δεν είσαι.

Ξέρεις, να, δεν μπόρεσα, ήθελα να στο πω, τελικά δεν χωράω, κατάλαβέ με, παντού ξεχειλίζω άσπρος αφρός και χύνομαι στο πάτωμα, δε μένω στο ποτήρι.

Παραιτούμαι, συγγνώμη, παραιτούμαι, γιατί δεν κατάλαβα πως ο σκαντζόχοιρος όταν τον πλησιάζεις, πετάει έξω τα αγκάθια του και κρύβει το κεφάλι και τι φοβάται ο άνθρωπος και πνίγει τον αυθορμητισμό του κι οι επικοινωνίες έγιναν γέφυρες γκρεμισμένες,

παραιτούμαι, συγγνώμη, δεν κατάλαβα,

τον διαχωρισμό δημοκράτης-φασίστας, όλοι φασίστες, στην οικογένεια, στην παρέα, στις ιδέες, στη σεξουαλική σχέση, μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια δημαγωγούν, μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια, κρύβουν τ’ αληθινά τους πρόσωπα και ψηφίζουν Κ.Κ.Ε., γυρνώντας σπίτι, πλακώνουν στο ξύλο το παιδί τους και δεν ξεχνούν πριν κοιμηθούν, να γελάσουν με τις σφαγές των Πολωνών, βουλιαγμένοι στο πανάκριβο σαλόνι τους, απέναντι στους παραμορφωτικούς φακούς της έγχρωμης, ψηφίζουν Κ.Κ.Ε., παραιτούμαι, να προσέχεις τον εαυτό σου, λυπάμαι, δεν κατάλαβα δυστυχώς πότε πρέπει να ελίσσομαι και πότε όχι, είμαι ανεπίδεκτος μαθήσεως στις πουστιές,

το παραδέχομαι, απέτυχα

παραιτούμαι, αφήστε με, παραιτούμαι

και δεν κατάλαβα γιατί λένε τρελούς αυτούς που αντιστέκονται

αυτούς που διατηρούν τα φυσικά τους ένστικτα

και λογικούς αυτούς που σκύβουνε το κεφάλι

και υποτάσσονται αμαχητί

να μου το εξηγήσει αυτό κάποιος παρακαλώ
τώρα που φεύγω

κι ο ήλιος μου δύει ακίνδυνος

παραιτούμαι, συγγνώμη, δεν κατάλαβα,

το φριχτό γέλιο των ανθρώπων και τα φουσκωμένα από υπερηφάνεια στήθη πάντα με γέμιζαν με μια αίσθηση κενότητας, μελαγχολίας, σαν κάτι να έλειπε απ’ τον κύκλο της ζωής, σαν κάτι νάχε χαθεί, κάποιο πολύτιμο πετράδι που να κλέφτηκε, τώρα που το σκέφτομαι σοβαρά, η ντροπή, ναι η ντροπή, γι αυτή λέω, αυτή έλειπε απ’ το γέλιο, απ’ τη φρίκη, απ’ τα στόματα, απ’ τις καρδιές, απ’ τις σκέψεις, η ντροπή για τις αποτροπιαστικές πράξεις και τις ψυχρές δολοφονίες,

συγγνώμη, συγγνώμη, δεν κατάλαβα, παραιτούμαι,

την αξία του πτυχίου δεν συνέλαβα,

αναλφάβητος, αμόρφωτος, παρηκμασμένος,

έμεινα δίχως Πανεπιστημιακή βεντούζα να επικυρώσω τις γνώσεις μου, η επικύρωση, το λαδόχαρτο, η υπογραφή, να τι μετράει σήμερα, να τι έχει σημασία, όλη μας η ζωή μια επικύρωση πράξεων, μια αλχημεία, συνονθυλεύματα σφραγίδων, πιστοποιητικών, αιτήσεων, βεβαιώσεων, υπογραφών, χαρτιών που μας πνίγουν,

έμεινα αγράμματος, παραιτούμαι, λυπάμαι,

να προσέχεις τον εαυτό σου, δεν κατάλαβα,

στα τραγούδια τους τις μελωδίες παρερμήνευα κι όταν μιλούσα ακατάληπτος, άχρηστα λόγια για φεγγάρια που μπανιαρίζονταν στο σεληνόφωτο και φράσεις ασυνάρτητες για πεταλούδες ταξιδιάρες που έπαιρναν σε κήπους μελαγχολίας, όρκους αιώνιους με Καφκικούς αφορισμούς, φυτά- επαναστάτες, κι έλεγα φθινόπωρα έκστασης πως υπάρχουν στα χρωματοσώματα της Τέχνης αιωρούμενα, τρελός, τρελός,

δεν κατάλαβα, λυπάμαι, παραιτούμαι,

ωρίμασα φαίνεται κι όταν ωριμάζω εγώ πολύ σαπίζω, αθώος ή ένοχος, το ίδιο μου κάνει, το βράδυ να κλείνεις τα παράθυρα και ν’ αγαπάς τον Μίλλερ, τον γέρο-Τσινάσκι και τον Μπέκετ,

συγγνώμη, τον τύπο του επιτυχημένου δεν κατάλαβα, σπαζοκεφάλιασα, μα αδύνατον, με βοήθησαν βέβαια ο καλός οικογενειάρχης, ο αφοσιωμένος σύζυγος, ο πιστός φίλος, ο γεννημένος μπίζνεσμαν, ο αδέκαστος διευθυντής, ο στυγνός επιχειρηματίας, ο πλούσιος κληρονόμος, όμως το αποτέλεσμα μηδέν, επιτυχημένος, αποτυχημένος, που, ποιος, γιατί, όλα μου τα νοήματα θάλασσα ακυβέρνητη, με κυνηγούν μπούμερανγκ στο μαραθώνιο της ζωής κι εγώ ξεφούσκωτο ασκί, θέλω να εγκαταλείψω στο εικοστό πρώτο χιλιόμετρο τη διαδρομή, δεν προπονήθηκα φαίνεται αρκετά και μόνο πλάτες βλέπω, πλάτες που τερματίζουν, χα χα, τα χαμογελαστά ανθρωπάκια με τ’ αυτοκόλλητα χαμόγελα στα χείλη, που σου έλεγα χαμηλόφωνα, Ρυ ντε Κομέρς, αριθμός 31, όροφος πέμπτος, αυτά πάντοτε τερματίζουν γιατί είναι χαμογελαστά, εμένα μονάχα αν με γαργαλίσεις πια θα χαμογελάσω κι αυτό ακόμα έμμεσα, με τεχνητό τρόπο, καταλαβαίνεις τώρα, πολιτισμένα, να ρυτιδώνουν λίγο οι άκρες των ματιών απ’ το σφίξιμο και τα χείλη κλειστά,

συγγνώμη, συγγνώμη, παραιτούμαι,

πάει, αυτό ήταν, κι αν συνεχίσω κινδυνεύω, θα γίνω συγγραφέας και θα πουλάω δυστυχία δυο λέξεις το γραμμάριο, θα κάνω επίσημες εμφανίσεις σε συνεστιάσεις Τέχνης, δίπλα σε τρανούς ποιητές, θα αναγκάζομαι να μιλάω για ερμαφρόδιτο υπερρεαλισμό και δοκιμιογραφικό μετασυμβολισμό, θα τυπώνω πληρωμένες συνεντεύξεις στις εφημερίδες διαφημίζοντας το έργο μου, θα μπω και στο σωματείο για σύνταξη και τότε δε θα βρίζω, οι λέξεις μου θάναι στραγγαλισμένα νήπια σε πορφυρένιο μανδύα κι εγώ θα αναπαύομαι στις αρκετές μου εκδόσεις, θα γίνω πουτάνα και θα εκδίδομαι, αγαπώντας όλο τον κόσμο, θα πρέπει με όλους να τα πηγαίνω καλά, οπωσδήποτε, ευτυχώς ακόμα δεν πουλήθηκα τελείως και κρατάω, 10000 χρόνια την περίμενα την επανάσταση και μ’ έχει στήσει σ’ όλες τις γωνιές, σ’ όλους τους δρόμους, σ’ όλες τις βιβλιοθήκες, σ’ όλα τα πάρκα, σ’ όλα τα εκλογικά τμήματα, σ’ όλες τις κάλπες, σ’ όλα τα σχολεία, σ’ όλα τα σπίτια, σ’ όλους τους κήπους, σ’ όλα τα κρατητήρια, σ’ όλα τα γραφεία, σ’ όλες τις αίθουσες, σ’ όλα τα μπαρ, σ’ όλα τα δικαστήρια, 10000 χρόνια φίλε μου, άφωνος και νευρικός, χωρίς όνομα, ταυτότητα, δικαιώματα, με ένα τσιγάρο στο στόμα, σκίρταγα κάθε τόσο που έβλεπα κάποια να της μοιάζει μες’ στο πλήθος, μα κάποτε τα βήματα απομακρύνονταν και τα ραβασάκια της μήναγαν πως αύριο, όλο αύριο,

αναστολή στην αναστολή το πήγαινε

μάταιος κύκλος, διασκεδαστικός

και φεύγω, φεύγω, παραιτούμαι

συγγνώμη, δεν κατάλαβα

ο Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε

λυπάμαι

δεν θα χρειάζεται πια να κινούμαι

πρόσεχε, θα ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα

και συ θα μ’ αγαπάς.

Έτσι απλά. Αντίο.

Όπως πάνε τα πράγματα, θα με σταυρώσουν.




Σταύρος Σταυρόπουλος



(απόσπασμα από το βιβλίο του "Διαμελίζομαι ", Βασδέκης, 1983)






Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Το τέλος του έρωτα είναι ο έρωτας




8.
Θα θυμάμαι πάντα το πρόσωπό σου - ένα βατερλό των ματιών. Δέρμα που τσακίζει, όπως σελίδα  βιβλίου που σκοπεύεις να επανέλθεις. Τα φρύδια σηκωμένα, στον ουρανό. Η δικαιολογία του στόματος είναι παγίδα. Στο κέντρο του σαγονιού είναι ζωγραφισμένη μια ελιά. Κάθεται μόνη της εκεί, από τότε, από τώρα, από πάντοτε, σαν κράτος που εγκατέλειψαν ξαφνικά οι πολίτες του.
     Θα θυμάμαι πάντα το πρόσωπό σου γιατί ήταν ένα πρόσωπο ημιτελές που έμεινε στα μπετά όταν όλα τα διπλανά είχαν πουληθεί. Ήταν όμορφο, νυχτερινό, απόκρημνο - ένας τόπος εξαντλητικής νηστείας. Μια οστεώδης κατάνυξη από αμαρτίες και αγιότητες. Και τα μάτια: Δύο καισαρικές τομές. Κάτι ανεπαίσθητες κορυφογραμμές φωτός. Ο χειρούργος πρέπει να ήταν τρελός. Κανείς ποτέ δεν τους έδωσε σημασία.

Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια το πρόσωπό σου γιατί μου φέρνει στο νου τη θάλασσα. Έτσι θα το θυμάμαι πάντα: Ανεξάντλητο.


14.
Είχα μάθει απ' έξω όλες σου τις κινήσεις. Είναι εύκολο, όταν αγαπάς. Σ' ένα νησί του Ιονίου κατάλαβα, για πρώτη φορά, ότι για αντάλλαγμα, σου είχα παραχωρήσει τις δικές μου.

Η μαθητεία μου σε σένα με άφησε ακίνητο.


58.
Έλιωσε η όρασή μου να βλέπει συνέχεια αυτό που δεν είσαι. Σε κοίταζα και ξεφλούδιζαν τα μάτια μου. Η μουσική τους έκαιγε. Μαδούσαν οι βλεφαρίδες.

Σιγά σιγά, ένα μακελειό των ματιών.


85.
Από το ένα σώμα στο άλλο: Παραθαλάσσια διαδρομή. Χιλιόμετρα νύχτες.


91.
Θέλω να σιδερώσω πάλι τη ζωή στη ζωή μου. Ας είναι μεταχειρισμένα τα χρώματα. Ας είναι φθαρμένο το ύφασμα στις πολυθρόνες. Ας καεί ακόμη το φως από κείνη τη χάρτινη λάμπα, αριστερά, όπως μπαίνεις στο φόβο.

Θέλω πολύ να σε αγγίξω ξανά, αλλά φοβάμαι πως θα κοπώ. Το σώμα σου είναι τυλιγμένο με συρματόπλεγμα. Αν μπω μέσα του, θα γίνω καμικάζι αυτοκτονίας.

Το επόμενο κουμπί είναι η έκρηξη.


95.
Το τέλος του έρωτα είναι ο έρωτας.


101.
Κάθε σχέση είναι ένα μνημόσυνο. Ο θάνατός της έχει προηγηθεί.


109.
Με το μαχαίρι στο χέρι χαρακώνω όσα συνέβησαν. Να φύγει το δηλητηριασμένο αίμα. Από το χι του χαράζω.

Δεν υπάρχει ισοπαλία στον έρωτα.




Σταύρος Σταυρόπουλος



(απόσπασμα από το βιβλίο του "Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια", Απόπειρα, 2012)





Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

Νερό




Μη πετάς ποτέ πέτρα σε πηγάδι
Που κάποιο μεσημέρι σε ξεδίψασε.



Μανόλης Πρατικάκης


----------------------------


Είσαι νερό
σ’ ένα βαθύ πηγάδι
κελάρυσμα κρυμμένο στα καλάμια
στάλα βροχής
σε μια πευκοβελόνα

Σ’ αγγίζω κι εξατμίζεσαι
γίνεσαι σύννεφο λευκό και ταξιδεύεις
και με κοιτάς χαμογελώντας απ’ τα ύψη σου
και προκαλείς τη δίψα μου
κ’ υπόσχεσαι να βρέξεις
στα ραγισμένα από τον λίβα χείλη μου

Είσαι μια υπόγεια φλέβα
που κυλά
σε σκοτεινές σπηλιές
θαμμένες κοίτες
ακρογιαλιές πανάρχαιες
σκεπασμένες
από την άμμο και τη λήθη των αιώνων

Φοβάμαι να σε ακολουθήσω
με τρομάζει
των ωκεανών η διφορούμενη άπλα
το ανεξιχνίαστο μπλε
των οριζόντων

Κλείνομαι στο μικρό μου βέβαιο τόπο
ζω τη μικρή μου ανθρώπινη αυταπάτη
κολλώ σαν όστρακο στο βράχο μου

σωπαίνω.



Ορέστης Αλεξάκης


------------------------------


...Πάρτε μαζί σας νερό
Το μέλλον έχει πολλή ξηρασία


Μιχάλης Κατσαρός


--------------------------------


Ήπια και πότισα δάση και γέμισα στέρνες.
Το νερό σου περίσσεψε-
Τα ποτάμια του σύμπαντος,
δεν έχουνε κοίτες. Βυθίζονται. Τρέχουνε
μες από σένα.
Αν μπορούσες να υπάρχεις
έναν αιώνα μετά, τότε θά βλεπες πώς
το φιλί που σου ακούμπησα πάνω στο μέτωπο
έγινε άστρο.


Νικηφόρος Βρεττάκος


---------------------------


… Θυμάσαι; Καθίσαμε σε μια ξέρα.
Μες απ’ την απόσταση του καιρού
μοιάζει να ‘χε το χρώμα
της ίριδας, σαπίζοντας πορφύριζε.

Άλλ’ ήταν μόνο
ο συνηθισμένος γκρίζος βράχος
που γύριζε στο συνηθισμένο πράσινο
σαν το μούσκευε η θάλασσα.

Η θάλασσα μούσκευε το βράχο
στα πόδια μας όλη τη μέρα
τον έγδερνε και τον λιγόστευε
φλούδα τη φλούδα.

Μια νύχτα ονειρεύτηκες
πως ήσουνα γοργόνα κολλημένη στου μουράγιου τα θεμέλια
κι όλο προσπαθούσες να ξεκολλήσεις
πεταλίδες με τα χέρια.

Μακάρι, είπαμε, οι ψυχές μας οι δυο
να γύριζαν σα γλάροι
στο βράχο. Τελικά
το νερό για μας ήταν πολύ κρύο.


Ρόμπερτ Λόουελ