Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

Ανάγνωση




Σημερινός πληθωρισμός της λέξης «διαβάζω». Διαβάζουμε ένα χάρτη, μία ακτινογραφία∙ στο ποδόσφαιρο, στο τένις, πρέπει να διαβάσουμε το παιχνίδι του αντιπάλου. Μας μαθαίνουν να διαβάζουμε έναν πίνακα ζωγραφικής.

Η εμπειρία της ανάγνωσης δεν είναι αυτό. Είναι το ακριβώς αντίθετο. Διαβάζω ένα βιβλίο, αφήνομαι να παρασυρθώ από αυτό, συναινώ να παρασυρθώ από το άγνωστο με μια διπλή κίνηση αποξένωσης – «παραξενέματος» – και οικειοποίησης, σημαίνει πως ξεμαθαίνω να αποκωδικοποιώ τα σήματα, να ερμηνεύω τις εικόνες. Η «κειμενική» κριτική περιορίζει την αναγνωστική εμπειρία στην αποκρυπτογράφηση: αποκωδικοποιώ, ανιχνεύω τα σημαίνοντα…Όταν ο Ρολάν Μπαρτ αναγνωρίζει την απόλαυση του αναγνώστη, την ονομάζει απόλαυση του κειμένου. Ο συγγραφέας, πιθανόν, κατασκευάζει ένα κείμενο. Αλλά δεν είναι ένα κείμενο αυτό το οποίο μου δίνει απόλαυση, με συνεγείρει, με αναστατώνει.

Γνωρίσαμε στο παρελθόν, και μερικές φορές τις ξανασυναντούμε, συγκινήσεις εξίσου έντονες μ’ εκείνες που δοκιμάζαμε όταν ήμαστε παιδιά, καθώς βυθιζόμαστε – ξαπλωμένοι στο πάτωμα, πάνω σ’ ένα κρεβάτι – μέσα σ’ ένα βιβλίο για να χαθούμε, για να ξεχάσουμε την ταυτότητά μας, το παρόν μας, την οικογένειά μας. Παύαμε να ακούμε ό,τι λεγόταν γύρω μας. Οι μητέρες μας μάς επέπλητταν – «θα χαλάσεις τα μάτια σου» -, ενόσω αυτά ανοίγονταν σε ολόκληρους κόσμους, σε αγνοημένες χώρες, σε ανησυχητικά πρόσωπα, σε τρελές περιπέτειες, σε γυναίκες που άλλοτε μας φόβιζαν, άλλοτε μας γοήτευαν, και τις οποίες ερωτευόμαστε για πάντα.

Η αναγνωστική εμπειρία προαναγγέλλει την εμπειρία της ψυχανάλυσης. Είναι και οι δύο παραφορά, μεταβίβαση, εκτός εαυτού. Είναι και οι δύο δοκιμασία στο αλλότριο. Σ’ ένα αλλότριο εγγύτατο πιθανώς ως προς την καταγωγή.

Συναινείς να αιχμαλωτιστείς, να συνεπαρθείς, να μη βλέπεις πια ό,τι υπάρχει γύρω σου, να μη μείνεις άλλο κλεισμένος σ’ εκείνο που νομίζεις εαυτό σου, να μην ακούς άλλο τίποτε από αυτές τις φωνές που έρχονται από την «ενδοχώρα».

Πριν από τον συγγραφέα, ο αοιδός. Πριν από το μυθιστόρημα, το παραμύθι. Πριν από το γραπτό, ο λόγος. Πριν από τη γλώσσα, η ποίηση, που μας κάνει να πιστεύουμε πως η λέξη είναι, πιθανότατα, το πράγμα.



Jean- Bertrand Pontalis


(απόσπασμα από το βιβλίο του "Παράθυρα", Εστία, 2009)

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Το ύψος των περιστάσεων










(απόσπασμα από την ταινία "Youth" του Paolo Sorrentino, 2015)




Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Συντήρηση





Σ' αγαπώ.
Το σχήμα δεν αναφέρεται στην ερωτική δήλωση, στην ομολογία, άλλα στην επαναλαμβανόμενη προφορά της ερωτικής κραυγής.


Η συντήρηση
ΔΗΛΩΣΗ. Η ροπή του ερωτευμένου υποκειμένου να τροφοδοτεί πλουσιοπάροχα, με συγκρατημένη συγκίνηση, το αγαπημένο πλάσμα με τον έρωτά του, με τον εαυτό του άλλου, με τον δικό του εαυτό, με τον δικό τους εαυτό: η δήλωση δεν αφορά στην ερωτική εξομολόγηση αλλά στην επάπειρον σχολιαζόμενη μορφή της ερωτικής σχέσης.

1. Η γλώσσα μου είναι ένα δέρμα. Τρίβω τη γλώσσα μου πάνω στον άλλον: σάμπως να είχα λέξεις στη θέση των δαχτύλων η δάχτυλα στις άκρες των λέξεών μου. Η γλώσσα μου τρέμει από πόθο. Η ταραχή πηγάζει από μια διπλή επαφή: αφενός, μια ολόκληρη φραστική δραστηριότητα καταδείχνει έμμεσα και διακριτικά ένα και μοναδικό σημαινόμενο, το «σε ποθώ», που το αποδεσμεύει, το τροφοδοτεί, το υποδιαιρεί, το κάνει να εκρήγνυται (η γλώσσα ηδονίζεται με την αφή του εαυτού της)∙ αφετέρου, τυλίγω τον άλλον μέσα στις λέξεις μου, τον χαϊδεύω, τον ψηλαφώ, συντηρώ την ψηλάφηση, ξοδεύομαι προσπαθώντας να εξασφαλίσω τη διάρκεια αυτού του σχολιασμού στον οποίον υποβάλλω τη σχέση.

(Μιλώ ερωτικά, σημαίνει: δαπανώ ατέρμονα, χωρίς να διέρχομαι καμιά κρίση. Σημαίνει: επιδίδομαι σε μια σχέση χωρίς οργασμό. Υπάρχει ίσως μια λογοτεχνική φόρμα που αντιστοιχεί σ’ αυτό το coϊtus reservatus: είναι το μαριβοντάζ*).

2. Η σχολαστική παρόρμηση μετατοπίζεται, παίρνει το δρόμο των υποκαταστάσεων. Αρχικά, μακρηγορώ περί της σχέσεως για το χατήρι του άλλου. Πιθανόν, όμως, να κάνω το ίδιο μπροστά και σε κάποιο έμπιστο πρόσωπο: περνώ έτσι από το εσύ στο αυτός. Κι έπειτα, από το αυτός περνώ στο αόριστο τις: επεξεργάζομαι έναν αφηρημένο λόγο περί έρωτος, μια φιλοσοφία του πράγματος που, σε τελευταία ανάλυση, θα μπορούσες να την πεις γενικευμένη τερατολογία. Κι αν από δω κάνουμε την αντίστροφη πορεία, θα φτάσουμε στο σημείο να πούμε ότι κάθε πρόταση με αντικείμενο τον έρωτα (άσχετα με το πώς μοιάζει ξεκομμένη) περιέχει μοιραία μια κρυφή προσφώνηση (απευθύνομαι σε κάποιον που εσείς μεν δεν τον ξέρετε, αλλά αυτός βρίσκεται εδώ, στην άκρη των αποφθεγμάτων μου). Ίσως η προσφώνηση αυτή να υπάρχει και στο Συμπόσιο: πρέπει να είναι ο Αγάθων, που ο Αλκιβιάδης τον εγκαλεί και τον ποθεί, ενώ παραδίπλα ένας ψυχαναλυτής ακροάται – ο Σωκράτης.

(Η ατοπία του έρωτα, το ιδιαίτερο, δηλαδή, χαρακτηριστικό του που τον κάνει να εκφέυγει απ’ όλες τις περί αυτού διατριβές, έγκειται μάλλον στο ότι, δεν είναι δυνατό να μιλήσεις γι’ αυτόν παρά μόνο σύμφωνα μ’ ένα αυστηρό προσφωνητικό καθορισμό. Και τούτο ισχύει τελεσίδικα. Στο λόγο περί έρωτος, άσχετα με την ειδολογική του υπόσταση -φιλοσοφικός, γνωμικός, λυρικός ή μυθιστορηματικός- υπάρχει πάντα ένα πρόσωπο στο οποίο απευθύνεσαι, έστω κι αν αυτό έχει περιέλθει σε κατάσταση φαντάσματος ή αναμενόμενου πλάσματος. Κανείς δεν έχει όρεξη να μιλήσει για τον έρωτα σαν δεν υπάρχει κάποιος για τον οποίο να το κάνει). 


Ρολάν Μπαρτ


* Marivaudage: σύμφωνα με το στιλ του Γάλλου συγγραφέα του 18ου αιώνα. Marivaux: ύφος επιτηδευμένο, λόγος εξεζητημένος, όλο λεπτότητα και ευγένεια.


(απόσπασμα από το βιβλίο "Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου", μετάφραση Βασίλης Παπαβασιλείου, Κέδρος, 2011)



Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Καμένος τόπος




Όταν βρεις έναν τόπο,
μάθε να τον προσέχεις.
Μπορεί να έχει καεί.
Από χέρια, σαν τα δικά σου.


Ευανθία Αλεξέλη


Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

Το φιλί




Όπως έσκυψε το κεφάλι του να βρει το μάγουλο της, η Μέγκυ ανασηκώθηκε στις μύτες και περισσότερο από τύχη παρά από σκοπιμότητα, άγγιξε με τα χείλια της τα δικά του. Τραβήχτηκε σαν να είχε γευτεί το δηλητήριο της αράχνης, μετά έγειρε μπρος ξανά προτού τη χάσει, προσπάθησε να πει κάτι πάνω στο γλυκό κλειστό της στόμα, που άνοιξε όπως έκανε να του απαντήσει η Μέγκυ. Καθώς τη φιλούσε σαν να έπαιρνε την τελευταία του ανάσα, θαρρείς κι έγινε ρευστό το κορμί της, ένα ζεστό αναλυτό σκοτάδι, το ένα του χέρι ήταν σφιγμένο γύρω από τη μέση της, το άλλο στο μήκος της πλάτης της με την παλάμη χωμένη στα μαλλιά της, να της κρατάει το πρόσωπο στραμμένο στο δικό του, σαν να φοβόταν πως θα του έφευγε εκείνη την ίδια στιγμή, πριν προφτάσει να καταλάβει και να καταχωρήσει στο νου του τούτη την απίστευτη παρουσία που ήταν η Μέγκυ. Που ήταν η Μέγκυ και που δεν ήταν η Μέγκυ συνάμα, πολύ ξένη για να είναι γνώριμη, γιατί η δικιά του Μέγκυ δεν ήταν γυναίκα, δεν σου έδινε την αίσθηση μιας γυναίκας, δεν θα μπορούσε να γίνει ποτέ γυναίκα γι'αυτόν. Όπως δεν θα μπορούσε κι ο ίδιος να γίνει άντρας για κείνη.



Colleen McCullough



(απόσπασμα από το βιβλίο της "Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας" , Ζάρβανος, 1995)




Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Φεύγω απ' την πατρίδα




Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,
εκτός αν πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
τρέχεις προς τα σύνορα μόνο όταν βλέπεις
ολόκληρη την πόλη να τρέχει κι εκείνη
οι γείτονές σου τρέχουν πιο γρήγορα από σένα
με την ανάσα ματωμένη στο λαιμό τους
το αγόρι που ήταν συμμαθητής σου
που σε φιλούσε μεθυστικά πίσω από το παλιό εργοστάσιο τσίγκου
κρατά ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του
αφήνεις την πατρίδα
μόνο όταν η πατρίδα δε σε αφήνει να μείνεις.
Kανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά
φωτιά κάτω απ΄ τα πόδια σου
ζεστό αίμα στην κοιλιά σου
δεν είναι κάτι που φαντάστηκες ποτέ ότι θα έκανες
μέχρι που η λεπίδα χαράζει απειλές στο λαιμό σου
και ακόμα και τότε ψέλνεις τον εθνικό ύμνο
ανάμεσα στα δόντια σου
και σκίζεις το διαβατήριό σου σε τουαλέτες αεροδρομίων
κλαίγοντας καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού
δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να γυρίσεις.
Pρέπει να καταλάβεις
ότι κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα
εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά
κανένας δεν καίει τις παλάμες του
κάτω από τρένα, ανάμεσα από βαγόνια
κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες στο στομάχι ενός φορτηγού
τρώγοντας εφημερίδες
εκτός αν τα χιλιόμετρα που ταξιδεύει
σημαίνουν κάτι παραπάνω από ένα ταξίδι.
Kανένας δε σέρνεται
κάτω από φράχτες
κανένας δε θέλει να τον δέρνουν
να τον λυπούνται
κανένας δε διαλέγει τα στρατόπεδα προσφύγων
ή τον πλήρη σωματικό έλεγχο σε σημεία
όπου το σώμα σου πονούσε
ή τη φυλακή,
επειδή η φυλακή είναι ασφαλέστερη
από μια πόλη που φλέγεται
και ένας δεσμοφύλακας το βράδι
είναι προτιμότερα από ένα φορτηγό
γεμάτο άντρες που μοιάζουν με τον πατέρα σου
κανένας δε θα το μπορούσε
κανένας δε θα το άντεχε
κανένα δέρμα δε θα ήταν αρκετά σκληρό
για να ακούσει τα:
γυρίστε στην πατρίδα σας μαύροι
πρόσφυγες
βρομομετανάστες
ζητιάνοι ασύλου
που ρουφάτε τη χώρα μας
αράπηδες με τα χέρια απλωμένα
μυρίζετε περίεργα
απολίτιστοι
κάνατε λίμπα τη χώρα σας και τώρα θέλετε
να κάνετε και τη δική μας
πώς δε δίνουμε σημασία
στα λόγια
στα άγρια βλέμματα
ίσως επειδή τα χτυπήματα είναι πιο απαλά
από το ξερίζωμα ενός χεριού ή ποδιού
ή τα λόγια είναι πιο τρυφερά
από δεκατέσσερις άντρες
ανάμεσα στα πόδια σου
ή οι προσβολές είναι πιο εύκολο
να καταπιείς
από τα χαλίκια
από τα κόκαλα
από το κομματιασμένο κορμάκι του παιδιού σου.
Θέλω να γυρίσω στην πατρίδα,
αλλά η πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
πατρίδα είναι η κάνη ενός όπλου
και κανένας δε θα άφηνε την πατρίδα
εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγούσε μέχρι τις ακτές
εκτός αν η πατρίδα σού έλεγε να τρέξεις πιο γρήγορα
να αφήσεις πίσω τα ρούχα σου
να συρθείς στην έρημο
να κολυμπήσεις ωκεανούς
να πνιγείς
να σωθείς
να πεινάσεις
να εκλιπαρήσεις
να ξεχάσεις την υπερηφάνεια
η επιβίωσή σου είναι πιο σημαντική.
Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα είναι
μια ιδρωμένη φωνή στο αυτί σου
που λέει
φύγε,
τρέξε μακριά μου τώρα
δεν ξέρω τι έχω γίνει
αλλά ξέρω ότι οπουδήποτε αλλού
θα είσαι πιο ασφαλής απ΄ ό,τι εδώ.




Ουαρσάν Σάιρ
(Κενυάτισσα ποιήτρια)


Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Αρχαίος Έρωτας


(πλάνο απ' την εξαιρετική ταινία "Το μυστικό στα μάτια της", 2009, του Juan José Campanella)

Ο έρωτας συγκλόνισε
την καρδιά μου όπως ο άνεμος που κατεβαίνει από το βουνό
τραντάζει τις βελανιδιές


Σαπφώ



Ω, η καρδιά μου θα ήταν σκλάβα αν με αγκάλιαζε.
Κάθε κεφάλι γυρίζει -μοναδικό της σφάλμα-
να την κοιτάξει.
Ευτυχισμένος αυτός που στο τέλος θα τη σφίξει
στην αγκαλιά του,
πρώτος θα σταθεί ανάμεσα σ’ όλους τους νέους εραστές.
Το μάτι ακόμα την ακολουθεί
τη στιγμή που αυτή έχει κιόλας βγει απ’ το πεδίο του,
Μια μόνο θεά,
μοναδική.


Άγνωστος Αιγύπτιος ποιητής
(γραμμένο περί το 1000 π.Χ.)



Γαμπρέ, αγαπημένε της καρδιάς μου,
σαν το μέλι γλυκιά είναι η ομορφιά σου.
Λιοντάρι, αγαπημένο της καρδιάς μου με μάγεψες.

’Ασε με να σταθώ τρέμοντας, μπροστά σου,
να σε αγγίξω με το χάδι μου.
Το χάδι μου είναι ακριβό,
πιο απολαυστικό είναι από την ομορφιά.
Σαν το μέλι με το γάλα.

Γαμπρέ, πες στη μητέρα μου,
θα σου δώσει λιχουδιές.
Στον πατέρα μου, θα σου δώσει δώρα.
Τη ψυχή σου να ζωντανέψω, ξέρω.
Γαμπρέ κοιμήσου στο σπίτι μας ως την αυγή,
τη καρδιά σου ξέρω πως να ευχαριστήσω.
Λιοντάρι κοιμήσου στο σπίτι μας ως την αυγή.

Εσύ, επειδή μ’ αγαπάς, κύριέ μου,
κύριε προστάτη μου, Σουσίν μου,
εσύ που ευφραίνεις τη καρδιά της Ενλίλ,
άγγιξέ με, με το χάδι σου.


Άγνωστου ποιητή
(Το αρχαιότερο ερωτικό ποίημα, χρονολογημένο το 2037 π.Χ.

Βρέθηκε στην περιοχή Νιπούρ, στην αρχαία Σουμερία, ή αλλιώς στο σημερινό Ιρακ.)




Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

Λάδι





ΚΛΟΒ Όταν η κυρα-Πεγκ σου ζητούσε λάδι για τη λάμπα της και συ την έστειλες από κει που 'ρθε, τότε δεν ήξερες τι γινόταν; Ξέρεις από τι πέθανε η κυρα-Πεγκ; Από σκοτάδι!
ΧΑΜ Δεν είχα λάδι.
ΚΛΟΒ Είχες και παραείχες.



Samuel Beckett



(απόσπασμα από το θεατρικό του έργο "Τέλος παιχνιδιού")




Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

Μια νύχτα

Του Π.


Όταν γράφω αναβοσβήνει το χέρι μου
μα όσο αυξάνει η νύχτα δεν βλέπω
μόνο ακούω
στάζει το άγριο μέλι σου
ρουφώ το μεδούλι απ' τις κλείδες σου
να δω μετά που θα στηρίζεται η πλάτη σου -γεμάτη μυρωδιά γυναίκας-
το βλέπεις κι εσύ
δεν χωράς στις ποιητικές μου διαστάσεις
όπως-όπως σε στριμώχνω στις λέξεις
οι παρενθέσεις δεν εμποδίζουν το φως σου
και όπου κι αν πάω παρευρίσκεσαι -πάλι το χάος, εδώ;-
δεν μπορώ να πω ψέματα
μ' αγγίζεις εκεί που πονάω -η τέχνη εγκαύματα-
και με γιατρεύεις
όλο κάνω θέση να 'ρθεις
και όλο μένω άδεια
θέλω τα χίλια σου χρώματα
σ' αυτό το κενό μου ν' ανατέλλει ο κόσμος σου
άλλωστε από το τίποτα δημιουργούνται τα σύμπαντα
οι λέξεις με ειδοποιούν - είναι λάθος μου
όμως επιμένω
το ποίημα αυτό έγινε από μόνο του
και εσύ
πού είσαι;


Ερασιτέχνης Άνθρωπος