Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Χωρίς ορισμό




Δε σε βρίσκω
σε εγκυκλοπαίδειες
ούτε σε λεξικά

γιατί
για να βρεις
πρέπει

να ξέρεις

να υπάρχεις

να έχεις ξανά γίνει.


Ερασιτέχνης Άνθρωπος


Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Αχειροποίητος έρωτας




Kάθε φορὰ ποὺ νομίζω πὼς σ᾿ ἔχω στὸ χέρι
βλέπω πόσο ὁ ἔρωτας εἶναι ἀχειροποίητος


Ντίνος Χριστιανόπουλος





Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Λέει η Πηνέλοπη






Δεν ύφαινα, δεν έπλεκα,
ένα γραφτό άρχισα, κι έσβηνα
κάτω από το βάρος της λέξης
γιατί εμποδίζεται η τέλεια έκφραση
όταν πιέζετ’ από πόνο το μέσα.
κι ενώ η απουσία είναι το θέμα της ζωής μου
- απουσία από ζωή –
κλάματα βγαίνουν στο χαρτί
κι η φυσική οδύνη του σώματος
που στερείται.

Σβήνω, σχίζω, πνίγω
τις ζωντανές κραυγές
«που είσαι έλα σε περιμένω
ετούτη η άνοιξη
δεν είναι σαν τις άλλες»
και ξαναρχίζω το πρωί
με νέα πουλιά και λευκά σεντόνια
να στεγνώνουν στον ήλιο.
Δε θα ‘σαι ποτέ εδώ
με το λάστιχο να ποτίζεις τα λουλούδια
να στάζουν τα παλιά ταβάνια
φορτωμένα βροχή
και να ‘χει διαλυθεί η δική μου
μες στη δική σου πραγματικότητα
ήσυχα, φθινοπωρινά...
Η εκλεκτή καρδιά σου
- εκλεκτή γιατί τη διάλεξα –
θα ‘ναι πάντα αλλού
κι εγώ με λέξεις θα κόβω
τις κλωστές που δένουν
με το συγκεκριμένο άντρα
που νοσταλγώ
όσο να γίνει σύμβολο Νοσταλγίας ο Οδυσσέας
και ν’ αρμενίζει τις θάλασσες
στου καθενός το νου.
Σε λησμονώ με πάθος
κάθε μέρα
για να πλυθείς από τις αμαρτίες
της γλύκας και της μυρουδιάς
κι ολοκάθαρος πια
να μπεις στην αθανασία.
Είναι σκληρή δουλειά κι άχαρη.
Μόνη μου πληρωμή αν καταλάβω
στο τέλος τι ανθρώπινη παρουσία
τι απουσία
ή πώς λειτουργεί το εγώ
στην τόσην ερημιά, στον τόσο χρόνο
πως δε σταματάει με τίποτα το αύριο
το σώμα όλο ξαναφτιάχνει τον εαυτό του
σηκώνεται και πέφτει στο κρεβάτι
σαν να το πελεκάνε
πότε άρρωστο και πότε ερωτευμένο
ελπίζοντας
πως ό,τι χάνει σε αφή
κερδίζει σε ουσία.



Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ


(ποίημα από την Ανθολογία «Σύγχρονη Ερωτική Ποίηση» εκδ. Καστανιώτη)



Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Ένα νησί απαράλλαχτο εσύ




Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή

Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό

Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.

Οδυσσέας Ελύτης


(ποίημα από το βιβλίο του "Το Μονόγραμμα", Ίκαρος, 2003)




Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Αχ, η αγάπη...



Ο καθένας έχει έναν μόνο τρόπο ν’ αγαπάει: τον δικό του.

Όταν σ’ αγαπάει κάποιος, σου αφιερώνει ένα μέρος της ζωής, του χρόνου και του ενδιαφέροντός του.

Οι πράξεις του σου λένε καθαρά πόσο πολύ νοιάζεται για σένα.


…Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σου λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μία από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.
“Αγαπιόμαστε” αρχίζει ο νέος.
“Και θα παντρευτούμε” λέει εκείνη.
“Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…”
“Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…”
“Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.”
“Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου.”
“Σε παρακαλόυμε” ικετεύουν, “πες μας τι μπορούμε να κάνουμε…”
Ο μάγος τούς κοιτάζει και συγκινείται που βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.
“Υπάρχει κάτι…” λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. “Αλλά δεν ξέρω… είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.”
“Δεν μας πειράζει” λένε κι οι δύο.
“Ό,τι και να’ ναι” επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.
“Ωραία” λέει ο μάγος. “Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτε άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;”
Η νεαρή κοπέλα συγγατανεύει σιωπηλά.
“Κι εσύ, Άγριε Ταύρε” συνεχίζει ο μάγος, “πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή να βρεις τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να το τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο… Πηγαίνετε τώρα.”

Οι δύο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…
Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δύο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα που περιέχει το πουλί που τους ζητήθηκε.
Ο μάγος τούς λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στον γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν. Είναι πανέμορφα· χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.
“Πετούσαν ψηλά;” ρωτάει ο μάγος.
“Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε… Και τώρα;” ρωτάει ο νέος. “Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;”
“Όχι” λέει ο γέρος.
“Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;” προτείνει η νεαρή.
“Όχι” ξαναλέει ο γέρος. “Κάντε ό,τι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες… Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν· να πετάξουν ελεύθερα.”
Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.
Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου μέχρι που πληγώνονται.
“Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλο, ακόμη κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.”


Χόρχε Μπουκάι

(απόσπασμα από το βιβλίο "Ο δρόμος της συνάντησης", ΦΥΛΛΑ ΠΟΡΕΙΑΣ ΙΙ, opera/animus)





Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Εσυεγώ




Για σένα
αν ακούς
σε αποκαλώ έρωτα, έρωτα
σε γεύω απρόσμενη θάλασσα
με την αλμύρα να σχηματίζει τα αρχικά σου
σε νιώθω ασπόνδυλο πόνο
να έρπεσαι, με έρπεις
βρίσκεσαι εδώ εκεί στον κόσμο
που δύει όταν του πεις
σε θωρώ αδιασάλευτο ήλιο
με ανθίζεις δειλινό όταν όλοι πεθαίνουν
συ γίνεσαι μυστική αυγή
μιας ατέλειωτης μέρας
με μαθαίνεις να γράφομαι
στη γυμνή σάρκα χαμηλού φωτισμού
σε αιώνια στιγμή του πρώτου ιδρώτα
με ανασυνθέτεις σχήματα μιας άλλης γεωμετρίας
σε διαβάζω σύστημα Braille υποταγμένης αφής
σε ορθογραφία της αγάπης - η αγάπη πάντα με ήτ(τ)α
ο έρωτας; ρωτάς, ε;*
σε καταπίνω πίνοντας κύματα κραδασμούς κρίματα*
της θάλασσάς μου που στέγνωσε στο αναμμένο βλέμμα σου
τώρα στεριά στεγνή σαν σελήνη
ξελιγώνεται βλέποντάς σε
να εξαγνίζεσαι στο άδειο τοπίο του τόπου μου
συ κόσμος κόσμου απόκοσμου
εγώ αέρας έρμαιο της αναπνοής σου
εσύ ερήμην σου
εγώ εις γνώσιν μου
παραδόθηκα θύραθεν εντός σου
συ η βαθιά μουσική των ματιών
πλάι στα αιμάτινα συρματοπλέγματα
των λεηλατημένων σωμάτων από λάθος συμμαχίες
σε υμνώ με σιωπή αποκαλυπτική των πάντων μου
εγώ Μαγδαληνή που κλαίει σε κάθε μνήμη σταυρού
εσύ καρφιά της ειμαρμένης μέρας
κρατάς στο λατρεμένο χέρι σου
κατάλληλα για την καρδιά μου
Καρδιά μου
Αναλήφθηκα σε σένα.

Ερασιτέχνης Άνθρωπος


* οι δύο αυτοί στίχοι ανήκουν στον Σταύρο Σταυρόπουλο






Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Σαρκική απορία





"Έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν".


Kαι  με το πνεύμα, τί γίνεται, Κύριε;



Ερασιτέχνης Άνθρωπος






Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Μετέωρα, όλα





Το σιωπητήριο έχει χτυπήσει από ώρα αφήνοντας το σκοτάδι να ξεχυθεί σε όλο του το μέγεθος. Μόνη αντίσταση τα καντήλια στην εκκλησία και στα κελιά. Ο αέρας χτυπά το τζάμι κάνοντάς με να στρέφω το κεφάλι μου προς τα εκεί.


Τα άσπρα χέρια τους τρέμουν πριν με αγγίξουν και το βλέμμα χαμηλώνει. Το χαμόγελο παραμένει, να συνοδεύει τις λέξεις, να εισέρχονται ακαριαία στην καρδιά. Τώρα που βγήκε ο ήλιος και τα καντήλια δεν φαίνονται, λάμπουν τα μάτια τους. Οι άγγελοι επί γης φοράνε μαύρα.



Ερασιτέχνης Άνθρωπος




Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Το παράθυρό σου ο κόσμος μου




Άσε με τώρα να κοιτάζω τα παράθυρά σου
ξέροντας πως μέσα ένας άλλος σε παίρνει, ένας άλλος βυθίζεται
μες στη μεγάλη σου άνοιξη-
εγώ και ποδοπατημένη από χιλιάδες άντρες
σ' αγαπώ.
Άσε με εδώ στη γωνιά, δεν πειράζει, ας χιονίζει
αυτό το μικρό, τετράγωνο φως που ρίχνει το παράθυρό σου πάνω στο χιόνι
εμένα είναι ο κόσμος μου.
Δε θα σου πω τίποτα μόλις βγεις. Θα περπατώ δίπλα σου αμίλητος.
Κι αν αυτό σε πειράζει, μπορώ να 'ρχομαι πίσω σου σα σκυλί.
Αν σ' αρέσει, μπορείς να μου μιλάς και για τα χάδια των άλλων
θα σ' ακούω
σαν τον τυφλό που κλαίει, ακούγοντας μακριά τη βουή μιας μεγάλης γιορτής.

Κι όταν πεθάνω
το χώμα που θα με σκεπάσει, δε θα 'ναι για μένα σκληρό χώμα νεκρών
μα η απαλή, τρυφερή γη, που κάποτε πλαγιάσαμε γυμνοί πάνω της.
Ποδοπάτησέ με, να 'χω τουλάχιστον την ευτυχία να μ' αγγίζεις.



Τάσος Λειβαδίτης

(απόσπασμα από την ποιητική σου συλλογή "Συμφωνία Αριθμ.1")



Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

Απορία




Αν σβήσουμε τον Ήλιο
το φεγγάρι
τα αστέρια
τα παντός είδους φώτα
πάλι
θα βλέπει
ο Θάνατος;


Ερασιτέχνης Άνθρωπος



Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Εγώ, κράτος






Το κάθε άτομο κράτος 
και ο ουρανός αδιάφορος για το τι σκεπάζει.


Ερασιτέχνης Άνθρωπος