Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

And the Waltz goes on




«Είμαι τεράστιος θαυμαστής του Ριό! Κι εγώ και η γυναίκα μου θέλαμε πάρα πολύ να τον γνωρίσουμε. Του έστειλα την μουσική μου, αλλά δεν περίμενα μία τέτοια αντίδραση και τιμή. Να ενορχηστρώσει και να παρουσιάσει ένα δικό μου βαλς με την ορχήστρα του! Είμαι βαθιά συγκινημένος...».

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Sir Anthony Hopkins μετά την παρουσίαση τού βαλς του από τον André Rieu και την ορχήστρα του που ειδικεύεται σε αυτό το είδος μουσικής.

Απολαύστε το εξαιρετικό «And the waltz Goes on» σε σύνθεση του Sir Anthony Hopkins στο βίντεο που ακολουθεί.






Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Σαγηνευτής του ήλιου





Τώρα που βλέπω να έρχονται μέρες πιο σκοτεινές,

έλα και συ μαζί τους που ξέρεις να σαγηνεύεις τον ήλιο.


Eρασιτέχνης Άνθρωπος






Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Η αλλοτρίωση της έλξης




Η σάρκα έγινε σελίδα
το δέρμα χαρτί
το χάδι έννοια αφηρημένη
το σώμα καινούρια θεωρία του ανύπαρχτου.
Αλήθεια, πώς να περιγράψω
τη φύση όταν μ’ έχει εγκαταλείψει
και μονο στην πρεμιέρα του φθινοπώρου
θυμάται να με προσκαλέσει καμιά φορά;
Ελπίζω να βρω το θάρρος
μια τελευταία επιθυμία να εκφράσω:
γδυτό ένα ωραίο αρσενικό να δω
να θυμηθώ, σαν τελευταία εικόνα
να κουβαλώ το ανδρικό σώμα
που δεν είναι ύλη
αλλά η υπερφυσική ουσία του μέλλοντος.
Γιατί αυτό θα πει ηδονή:
ν’ αγγίζεις το φθαρτό
και να παραμερίζεις τον θάνατο.



Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ


(ποίημα από τη συλλογή "Η ανορεξία της ύπαρξης", Καστανιώτης, 2011)



Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Είσαι άξιος της ψυχής σου;




Περιμένω  το  τέλος  σου.  Σε  λίγα χρόνια  θα  πεθάνεις κι ο  θάνατός  σου  θα  έχει οικτρή  αιτία. Θα  αρρωστήσεις από  μελαγχολία  και  θα  αυτοκτονήσεις. Ίσως  επειδή θα έχεις καταλάβει πως δεν ήσουν άξιος της ψυχής σου. Γιατί η ψυχή μας είναι το παν κι ο νους μια κούφια βέβηλη τάξη. Η ψυχή κι όχι ο νους έκλεισε την γωνία και φαντάστηκε το τρίγωνο. Γιατί η ψυχή φροντίζει για ό,τι είναι ανοιχτό και το  λυπάται  και  πάει  όλα  να  τα  κλείσει  να  τα χωρέσει μέσα  της  για  να  τα προστατεύσει.

Γιώργος Χειμωνάς
(απόσπασμα από το βιβλίο του "Ο Εχθρός του Ποιητή", Κέδρος, 1990)


Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Πατρίδα






Λοιπόν,
αγρίεψε ο κόσμος σαν καζάνι που βράζει
σαν το αίμα που στάζει, σαν ιδρώτας θολός
πότε-πότε γελάμε, πότε κάνουμε χάζι
και στα γέλια μας μοιάζει να γλυκαίνει ο καιρός

Μα όταν κοιτάζω τις νύχτες τις ειδήσεις να τρέχουν
ξέρω ότι δεν έχουν νέα για να μου πουν
Ήμουν εγώ στη φωτιά, ήμουν εγώ η φωτιά
Είδα το τέλος με τα μάτια ανοιχτά

Είδα τον πόλεμο φάτσα, τη φυλή και τη ράτσα
προδομένη από μέσα, απ' τους πιο πατριώτες,
να 'χουν τη μάνα μου αιχμάλωτη με τ' όπλο στο στόμα
τα παιδιά τους στολίζουν σήμερα στη βουλή

Κάτω από ένα τραπέζι –το θυμάμαι σαν τώρα-
με μια κούπα σταφύλι στου βομβαρδισμού την ώρα
είδα αλεξίπτωτα χίλια στον ουρανό σαν λεκέδες
μου μιλούσε ο πατέρας μου να μη φοβηθώ

«Κοίταξε, τι ωραία που πέφτουν!
Τι ωραία που πέφτουν...»

Είδα γονείς ορφανούς, ο ένας παππούς απ' τη Σμύρνη
στη Δράμα πρόσφυγας πήγε να 'βρει βουλγάρικη σφαίρα
κι ο άλλος, Κύπριος φυγάς στο μαύρο τότε Λονδίνο
στα εικοσιεπτά του στα δύο τον κοψανε οι Ναζί

Είδα μισή Λευκωσία, βουλιαγμένη Σερβία
στο Βελιγράδι ένα φάντασμα σ' άδειο ξενοδοχείο
Αμερικάνικες βόμβες και εγώ να κοιμάμαι
αύριο θα τραγουδάμε στης πλατείας τη γιορτή

Είδα κομμάτια το κρέας μες στα μπάζα μιας πόλης
είδα τα χέρια, τα πόδια πεταμένα στη γη
είδα να τρέχουν στο δρόμο με τα παιδιά τους στον ώμο
κι εγώ τουρίστας με βίντεο και φωτογραφική

Εδώ στην άσχημη πόλη, που απ' την ανάγκη κρατιέται
Ένας λαός ρημαγμένος μετάλλια ντόπας ζητάει
Ολυμπιάδες κι η χώρα ένα γραφείο τελετών
θα σου ζητήσω συγγνώμη που σε μεγάλωσα εδώ

Τους είχα δει να γελάνε οι μπάτσοι κι απ' την Ομόνοια
να πετάν δακρυγόνα στο πυροσβεστικό.
Στο παράθυρο-εικόνισμα, άνθρωποι σαν λαμπάδες
και τα κανάλια αλλού να γυρνούν το φακό

Και είδα ξεριζωμένους να περνούν τη Γραμμή
για μια πόρνη φτηνή ή για καζίνο και πούρα
Έτσι κι αλλιώς μπερδεμένη η πίστη μας η καημένη,
ο Σολωμός με Armani και την καρδιά ανοιχτή

Δεν θέλω ο εαυτός μου να 'ναι τόπος δικός μου
ξέρω πως όλα αν μου μοιάζαν θα 'ταν αγέννητη η γη
δε με τρομάζει το τέρας ούτε κι ο άγγελός μου
ούτε το τέλος του κόσμου, με τρομάζεις εσύ

Με τρομάζεις ακόμα οπαδέ της ομάδας,
του κόμματος σκύλε, της οργάνωσης μάγκα,
διερμηνέα του Θεού, ρασοφόρε γκουρού,
τσολιαδάκι φτιαγμένο, προσκοπάκι χαμένο,
Προσεύχεσαι και σκοτώνεις, τραυλίζεις ύμνους οργής,
έχεις πατρίδα το φόβο, γυρεύεις να 'βρεις γονείς,
μισείς τον μέσα σου ξένο κι όχι, δεν καταλαβαίνω,
δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω.



Αλκίνοος Ιωαννίδης


(τραγούδι από το δίσκο του "Νεροποντή", 2009, Universal Music)






Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Δυνατός





Γιατί όταν φαίνεται πως έχω χάσει κάθε δύναμη,

τότε είμαι πραγματικά δυνατός.


Απόστολος Παύλος

(απόσπασμα από την Β' επιστολή προς Κορινθίους)

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Ανάσκελη με πυρετό





WITH OUT

ανάπηρος αυτός που δεν τον αγγίζουν

τον τελευταίο καιρό κοιμάμαι
για να νιώθω το ρίγος των δακτύλων σου
στα μαλλιά
στους μηρούς
που άνοιξαν τόσο πολύ
για να σε φτάσουν
και δεν ανήκουν πια στο ίδιο σώμα
στο σώμα μου

διαμελίστηκα

σου χαρίζω σήμερα το ένα μου γόνατο



CATWOMAN

Περιμένω να γυρίσεις σπίτι, να βγάλεις τα ρούχα
-Θεέ μου πως περιμένω να βγάλεις τα ρούχα-

τα πόδια σου αγαπώ
τις κνήμες
ό,τι σε πάει και σ΄ επιστρέφει

Μ' ένα σου νεύμα ν' ανέβω στο κρεβάτι
να γίνω ολόκληρη κατοικίδια ηδονή.



ΑΝΑΛΟΓΙΣΜΟΣ

Κουτσό δεν έμαθα ποτέ
Είχα δυο πόδια
Και άλλα δύο τα δικά σου
Ένα τετράποδο ίσον
Ήσσον

Με διαλύει αυτή η γλώσσα



Νίκη Χαλκιαδάκη

(απόσπασμα από το βιβλίο της "Ανάσκελη με πυρετό", εκδόσεις Μανδραγόρας, 2012)



Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

Μια φυσαρμόνικα που κλαίει





Μια φυσαρμόνικα που κλαίει
με την ανάσα ενός παιδιού
σημάδι τούτου του καιρού
που μας φοβίζει και μας καίει

Μια φυσαρμόνικα που κλαίει
ειν’ η δική μας παρουσία
τον ύμνο ακούγοντας να λέει
χαίρε ω χαίρε ελευθερία

Κι είν’ οι φωνές μας στον αέρα
αλήθεια ποια είναι η αλήθεια
έτσι που ζεις από συνήθεια
μια μέρα ακόμα και μια μέρα

Μια φυσαρμόνικα που κλαίει
σπάζουν τ’ αγάλματα κομμάτια
ψυχές που κράζουνε βοήθεια
κι έχουν ορθάνοιχτα τα μάτια

Κι ο ουρανός που μας σκεπάζει
μια φυσαρμόνικα που κλαίει
κι εμείς ανυποψίαστοι κι ωραίοι
μέσα στο θαύμα που βουλιάζει

Λίγοι καλοί κι αυτοί μοιραίοι
παραιτημένοι κατά βάθος
ω με πόση ένταση και πάθος γίνονται
πρώτοι οι τελευταίοι

Μια φυσαρμόνικα που κλαίει
ακολουθώ τα βήματά σου
μέσα στην ερημιά του κόσμου
κι έρχομαι πλάι εκεί κοντά σου


Δήμος Μούτσης




Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Η διακόρευσις της Κοκκινοσκουφίτσης




    Η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν ένα μικρό μικρό κοριτσάκι που λεγόταν έτσι γιατί φορούσε πάντα μια κόκκινη σκουφίτσα. Αυτό, από χέρι, της δημιουργούσε τα χιλιάδες κόμπλεξ, διότι: Όταν τ'άλλα παιδάκια τα λένε Θανάση, Μαρία, Σούλα, Κούλα, Γιωργάκη, θα θεωρηθείς εντελώς γελοίο άτομο αν σε ρωτήσουν "πώς σε λένε χρυσούλι μου;" κι εσύ, δυστυχισμένα, απαντήσεις "Κοκκινοσκουφίτσα"!

   Άμα σε λένε Κοκκινοσκουφίτσα, ακριβώς επειδή φοράς μια κόκκινη σκουφίτσα, το γεγονός αυτό καθεαυτό περιορίζει κάπως την γκαρνταρόμπα σου. Ξαφνικά μπορεί να θες να φορέσεις ένα πράσινο μπερέ βρε αδελφέ! Τι γίνεται τότε;
    Με το που καλοκαίριαζε η Κοκκινοσκουφίτσα δεν ήθελε τη ζωή της! Ξέρετε τι είναι να φοράς σκουφίτσα με 35 βαθμούς υπό σκιάν, μόνο και μόνο για να διατηρήσεις το μύθο σου;
    Εν πάση περιπτώσει, το κοριτσάκι είχε βλαστημήσει την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκε. Μια ζωή με το σκουφί, την μπέρτα και το καλάθι στο χέρι να μαζεύει βατόμουρα. Να μαζέψεις μια φορά βατόμουρα είναι χαριτωμένο, αλλά δουλειά δεν είχες, δουλειά βρήκες, χαμαλίκι υπόθεση, ε, θολώνει ο νους τ'ανθρώπου. Βλέπεις βατόμουρο και τρέχεις να βρεις λεκάνη για τα περαιτέρω!
   Μια μέρα η Κοκκινοσκουφίτσα πάτησε πόδι. Πήγε στη μαμά της, της ζούπηξε τα βατόμουρα στα μούτρα και της δήλωσε: "Κοίτα να δεις καλαθάκι και βατόμουρο, τέρμα! Όχι για να γίνει το παραμύθι και να τα κονομήσεις εσύ απ'τα ποσοστά, ως κηδεμών, να μου γυρίσουν εμένα τ'άντερα! Έτσι; Λίγα να λέμε, πολλά να καταλαβαίνουμε!"
    Η μαμά τρομοκρατήθηκε. Να πάθει σου λέει κανένα νέρβους μπρέηκντάουν το παιδί, τώρα που τρώμε με χρυσά κουτάλια; Το πήρε υπό μάλης και το τρέχει στους γιατρούς. Οι οποίοι, αφού διείσδυσαν στα παιδικά της τραύματα, αποφάσισαν:
"Θέλει αλλαγή περιβάλλοντος. Καθαρό αέρα κι εξοχή".
"Τρελοί είστε όλοι σας, ή να βάλω τις φωνές;", διαμαρτυρήθηκε με το δίκιο της η Κοκκινοσκουφίτσα. "Κι εμείς μέσα στο δάσος ζούμε. Εγώ βλέπω καθαρό αέρα κι εξοχή και παθαίνω ντελίριουμ τρέμενς".
Αλλά εδώ η μαμά της ήταν αμετάπειστη.
"Θα πας στη γιαγιά!"
  Διότι υπάρχει και γιαγιά στο στόρυ. Από κει καταλαβαίνει κανείς πόσο συναισθηματικός τύπος ήταν η μαμά της Κοκκινοσκουφίτσας. Είχε στείλει τη μάνα της στην εξορία του Αδάμ, μέσα σ'ένα αχούρι και την είχε γράψει στα παλιά της τα παπούτσια. Πώς ζούσε αυτή η γυναίκα χωρίς κάποιον να της δώσει ένα ποτήρι νερό, άγνωστον. Μάνα σου λέει ο άλλος! (Εκτός αν ήταν πεθερά).
  Μόλις άκουσε η Κοκκινοσκουφίτσα τα περί γιαγιάς έγινε Τούρκος Βεζύρης. "Μα είσαι εντελώς μουρλή;" ρώτησε με σεβασμό τη μητέρα της. "Θα με στείλεις στη δική σου - και στου διαόλου - τη μάνα, να κάνω διακοπές με το ραμολιμέντο; Σιγά το τσακίρ κέφι! Πολύ θα ψυχαγωγηθώ!"
    Η μητέρα της, που ήταν ένας άνθρωπος ευθύς που δεν έχανε τον χρόνο της με άσκοπες επιχειρηματολογίες, έριξε πέντε φάπες στο παιδί και το έπεισε.
  Έτσι, η Κοκκινοσκουφίτσα έβαλε τον σκούφο και την μπέρτα - που βρωμάγανε και ζέχνανε γιατί πότε να πλυθούν; Μόλις έκανε να τα βγάλει και να τα βάλει στο μούσκιο, άντε πάλι μια καλή γιαγιούλα άρχιζε το παραμύθι πλάι στο καλοριφέρ κι η Κοκκινοσκουφίτσα τα φόραγε πάλι βλαστημώντας. Έβαλε πάντως τα σχετικά, πήρε και το καλάθι με τα τρόφιμα που ετοίμασε η μαμά για τη μαμά της (που αν περίμενε από την κόρη της η άλλη θα είχε λιμοκτονήσει) κι έφυγε. Τώρα, πώς το στέλνεις το παιδί μόνο του στις ερημιές, αυτό είναι άλλη ιστορία. Πάντως η μαμά της την προειδοποίησε:
"Μην πάρεις βατόμουρα από αγνώστους!"
Αλλά τέτοιος κίνδυνος, έτσι κι αλλιώς, δεν υπήρχε. Γιατί το παιδάκι έβλεπε βατόμουρα κι έκανε εμετό.
   Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει. Το δάσος είναι μεγάλο, σκοτεινό, τα δέντρα μοιάζουν με γίγαντες που ορμάνε να την κατασπαράξουν, τα αγκάθια της ξεσκίζουν τα πόδια, αλλά η Κοκκινοσκουφίτσα εξακολουθεί να διατηρεί εκείνο το ηλίθιο χαμόγελο που βλέπουμε στα "Κλασσικά Εικονογραφημένα".
   Κάποια ώρα, μέσα από το σκοτάδι, ξεπροβάλλει ο πιο φρικτός λύκος που έχετε διαβάσει ποτέ σε Κοκκινοσκουφίτσα. Έχει μια κακή έκφραση και δόντια που τρίζουν από ιδιοτέλεια, ίδιος η Μπέτυ Ντέηβις σε θρίλερ. Αλλά το παιδί δεν τρόμαξε - αστείον πράγμα δηλαδή αν τρομάζαμε με τον πρώτο τυχόντα λύκο που βγαίνει στο δρόμο μας σ'ένα σκοτεινό δάσος!
"Καλέ, ζαχαροπλάστης ήτο ο πατήρ σας;", ρώτησε πρωτοτύπως ο λύκος.
"Άντε από κει , κρύε!", απάντησε η παρθένος.
"Γιατί μου βγαίνετε στο έτσι δεσποινίς;"
"Μπορείτε να μου ομιλείτε εις τον πληθυντικόν", είπε η Κοκκινοσκουφίτσα που, μη έχοντας πατήσει το πόδι της σε σχολείο, μπέρδευε πάντα τον ενικό με τον πληθυντικό.
"Το ονοματάκι σου, μαμαζελίτσα, κι αν επιτρέπεται δηλαδής;"
"Φούλα!"
"Από πού βγαίνει το Φούλα;"
"Κοκκινοσκουφίτσα, Κοκκινοσκουφούλα, Φούλα!"
"Και κατά πού το βάλαμε Φουλάκι;"
"Πάω στη γιαγιά, ο Θεός να την έχει καλά", είπε η Κοκκινοσκουφίτσα κι έκανε το σταυρό της, για να την περάσει κορίτσι από σπίτι, με αρχές. "Της υπάγω αυτά τα ολίγα τρόφιμα, να φάει, να καρδαμώσει η καημενούλα που την έχουμε άρρωστη, θα πάθει τίποτα, θα μας πεθάνει και μετά η μητέρα κι εγώ τι να την κάνουμε πλέον τέτοια ζωή;"
"Ωραίο πράγμα η οικογένεια", είπε ο λύκος. "Εγώ δε γνώρισα ποτέ μητρικό χάδι. Ίσως αν είχα μια στοργική μανούλα να μην είχα καταντήσει έτσι, αλλά να ήμουν ένας καλός και χρήσιμος λύκος στην κοινωνία. Τέλος πάντων, ξένες έννοιες, τι σας τα λέω και σας στεναχωρώ. Και κατά πού πέφτει η γιαγιά;"
"Θα πάτε ευθεία. Θα προχωρήσετε αριστερά και μετά πάλι όλο ευθεία. Στο αριστερό σας χέρι θα δείτε ένα θάμνο. Θα κάνετε δεξιά και θα ξαναρωτήσετε".
"Μερσί και χάρηκα δια την γνωριμίαν. Οι αδελφοί Γκριμ να σας έχουν καλώς!"
"Ομοίως. Και μη χαθούμε τώρα που γνωριστήκαμε. Την σήμερον ημέραν οι καλοί λύκοι σπανίζουν. Περάστε ένα απογευματάκι από το σπίτι να σας τρατάρουμε το κατιτίς, να γνωρίσετε και τη μητέρα!"
   Φεύγει ο λύκος, εντυπωσιασμένος με τη γνωριμία και μονολογώντας "η γριά η κότα έχει το ζουμί". Πάει ευθεία. Προχωράει αριστερά και μετά πάλι όλο ευθεία. Στο αριστερό του χέρι βλέπει ένα θάμνο. Κάνει αριστερά πάλι και βρίσκεται έμπροσθεν πτωχικής καλύβης εμπριεχούσης μάμμην εις το εσωτερικόν αυτής. Χτυπά. Του ανοίγει η γιαγιά.
"Πώς είσθε μαντάμ", τη χαιρετάει και της ρίχνει κι ένα κομψό χειροφίλημα. "Ξεύρετε είμαι ο λύκος της περιφερείας σας και πουλώ εγκυκλοπαίδειες. Ενδιαφέρεσθε;"
 Τι ήταν να ενδιαφερθεί η άμοιρος γραία σταχτομαζώστρα; Την πιάνει ο λύκος, τη σκοτώνει, τη σωτάρει, τη ρίχνει να βράσει στο ζουμί της, τη βάζει στο φούρνο, τη σβήνει με κόκκινο κρασί, της προσθέτει αλατοπίπερο, λεμόνι, ξύδι προαιρετικά, λίγο άνιθο ψιλοκομμένο και τη σερβίρει κρύα.
  Ίσα που έκανε να χωνέψει, νάσου τουκ τουκ στην πόρτα η Κοκκινοσκουφίτσα. Τρέχει αυτός, βάζει τη νυχτικιά και την δαντελένια σκούφια της γιαγιάς και γίνεται κούκλα: Σαν τραβεστί, πριν αρχίσει χαλάουα!
Μπαίνει μέσα η Κοκκινοσκουφίτσα το ζώον, διότι περί ζώου πρόκειται, βλέπει τον λύκο ως Τριώδιο και τον περνάει για τη γιαγιά της:
"Καλέ, γιατί μιλάς σαν μούτσος γιαγιά;"
  Τα υπόλοιπα τα ξέρετε. Κάποια στιγμή η Κοκκινοσκουφίτσα ανθίζεται βρωμιά στην υπόθεση, κάνει τα αποκαλυπτήρια του λύκου, αυτός για να μην τον καταδώσει στην αστυνομία της κάνει πρόταση γάμου - ως γνωστόν σύζυγος δε μπορεί να καταθέσει εναντίον συζύγου - αυτή δέχεται και, από κοινού πια, καταδυναστεύουν όλα τα παιδάκια εις τον αιώνα τον άπαντα...
   Βέβαια, πολλοί αναγνώστες μας μπορεί ν'απογοητευθούν με το γκραν φιλάνε της ιστορίας μας. Το παραμύθι θέλει την Κοκκινοσκουφίτσα άσπιλον κι αμόλυντον. Σε όσα γράμματα κατακλύσουν το περιοδικό, δημοσιεύουμε εκ των προτέρων αποκλειστική δήλωση της Κοκκινοσκουφίτσας: "Ε, μια ζωή παρθένα, δε γινότανε πια! Ποιά είμαι στο τέλος-τέλος; Η Μπλανς Επιφανί;"


Έλενα Ακρίτα


Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

Μονόγραμμα



ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.


Οδυσσέας Ελύτης







Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

Το κενό η σωτηρία





Η σωτηρία θα έρθει με το κενό.

Με τον εκμεταλλεύσιμο χώρο που αφήνει πάντα ένα κενό όταν εμφανίζεται.



Σταύρος Σταυρόπουλος

(απόσπασμα από το βιβλίο του "Καπνισμένο Κόκκινο", Σμίλη, 2013)





Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Κάθε τι MIA φορά μόνο




Κάθε τι MIA φορά, MIA φορά μόνο.

ΜIA φορά και ποτέ πια.
Κι εμείς MIA φορά μόνο.
Δεύτερη, ποτέ!
Μα τούτη η MIA φορά για να 'χει υπάρξει,
και MIA φορά μόνο γήινη για να 'χει υπάρξει,
δεν είναι κάτι που παίρνεται πίσω. 

R. M. Rilke





Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

Της μοναξιάς το δέντρο





Στης μοναξιάς το δέντρο κάθισα
και δίψασα και ρίζωσα
και τίναξα τα φύλλα του
και τον κορμό του ασήμωσα.

Στης μοναξιάς το δέντρο κάθισα
το χάραξα και μάτωσα
περίσσευαν τα χέρια μου
και για κλαδιά του τα 'δωσα.

Γιατί πολύ σ' αγάπησα
γιατί δεν αγαπώ εμένα.
γιατί ζωή δεν κράτησα
κι αυτή την άφησα σ' εσένα.


Ορφέας Περίδης




Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

Βελτιώθηκε η ζωή σου από όσα έχεις κάνει;




Υπήρξε μια εποχή που κατηγορούσα τους πάντες και τα πάντα

για όλα τα οδυνηρά και τα κακά που μου συνέβαιναν,
που έβλεπα να συμβαίνουν στη φυλή μου. 
Κατηγορούσα τους λευκούς, την κοινωνία, τον Θεό.
Δεν έπαιρνα απαντήσεις γιατί έκανα λάθος ερωτήσεις.
Πρέπει να κάνεις τις σωστές ερωτήσεις.

Βελτιώθηκε η ζωή σου από όσα έχεις κάνει;



απόσπασμα από την ταινία American History X






Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

My Love Reveals Objects



My love reveals objects
silken butterflies
concealed in his fingers

his words
splash me with stars

night shines like lightning
under the fingers of my love

My love invents worlds where
jeweled glittering serpents live

worlds where music is the world

worlds where houses with open eyes
contemplate the dawn

My love is a mad sunflower that forgets
fragments of sun in the silence

Isabel Fraire