Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

Γραφή καρκινική





Υπάρχουν άνθρωποι που όταν πεθαίνεις κοντά τους, στην αγκαλιά τους, δεν πεθαίνεις ποτέ και άλλοι που ζεις μαζί τους πεθαίνοντας κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό.
   Οι πρώτοι είναι αυτοί που και στο τηλέφωνο να τους ακούσεις, ανοίγουν οι ουρανοί, έρχονται τα γράμματα τα εικοσιτέσσερα, σε βρίσκουνε αδειανό και ορθάνοιχτο, σε παίρνουν, σε σηκώνουν, σε γεμίζουν, σε γράφουν, σε σκάβουν, σε μουσκεύουν, σε κάνουν λέξη. Λέξη μυστική, ανάλαφρη, ξερή και φτερωτή για να ξεφύγεις, να πετάξεις μακριά.
   Κόλπο. Τρίπλα. Ποίημα. Γραφή καρκινική.
   Φέρνουν τα άνθη, το περίπτερο, τον δρόμο ολόκληρο με όλο το χώμα και τη σκόνη του, τον βράχο που έχεις. Την πέτρα την ασφαλή, τη σταθερή, την άκαμπτη που πάνω της συντρίβεται οτιδήποτε απειλεί την ανεξαρτησία σου.
Τη θάλασσα που έμαθες να κολυμπάς, τη πρώτη σου βροχή, το πρώτο χιόνι, τη μητέρα σου.
   Έρχονται μαυροσκούφηδες με άδεια σαρανταοχτάωρη από τη μονάδα τους με τον λαχνό που κέρδισαν στο λόττο κι αδειάζουν στο κρεβάτι σου σακούλες σοκολάτες, καραμέλες, τσολιαδάκια και ζαχαρωτά. Τη μυρωδιά, τη μύτη σου για πάντα.
   Είναι αυτοί οι ίδιοι που αργότερα βρίσκουν πατάρια και καταπακτές για να σε κρύψουν απόβλητο και λιποτάκτη, όταν θηρία και σκυλιά σε κυνηγούν και σε γαβγίζουν, όταν σε σημαδεύουνε από παντού.
   Εκείνοι που σου δίνουνε τα λόγια για να απολογηθείς, τα δυο τους χέρια να τα τρίψεις και να ζεσταθείς. Το δάκρυ τους να κλάψεις, το σοβαρό το γέλιο να γελάσεις. Έτοιμοι να πληρώσουν για το πείσμα σου.
Αυτοί που γίνονται τραγούδι και χορός, δρόμος και μοίρα σου.

Οι άλλοι τρίζουνε, κολλάνε, δε γυρνάει το κλειδί, δεν ξεκινάνε, ζητάνε όλη την ώρα λάδι απ’ το καντήλι σου, το φως, τη φλόγα, τη λαμπάδα της Λαμπρής, σε σπάνε και σε σβήνουνε. Σε δίνουνε. Στους πέντε δρόμους σε αφήνουνε. Φανάρι τσακισμένο.
   Ό,τι έχεις και δεν έχεις κι αυτά ακόμα τα φαντάσματά σου και εκείνα να στα πάρουνε, να σε φουντάρουνε.




Θοδωρής Γκόνης





Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Εγώ στη θέση σου




Εγώ στη θέση σου θα με αγαπούσα, θα τηλεφωνούσα,
δεν θα έχανα χρόνο, θα μου έλεγα ναι.
Δεν θα είχα ενδοιασμούς, θα δραπέτευα.
Θα έδινα αυτό που έχεις, αυτό που έχω,
για να έχω αυτό που δίνεις, αυτό που θα μου έδινες.
Θα τραβούσα τα μαλλιά μου, θα έκλαιγα
από ηδονή, θα τραγουδούσα ξυπόλυτος, θα χόρευα,
θα έβαζα στον Φλεβάρη ένα ήλιο Αυγούστου,
θα πέθαινα από ευχαρίστηση, δεν θα μπορούσα
κανέναν παρά αυτόν τον έρωτα, θα εφεύρισκα
ονόματα και ρήματα καινούρια, θα έτρεμα
από φόβο μπρος στην αμφιβολία πως υπήρξε
μόνο ένα όνειρο, θα έφευγα
για πάντα από σένα, από εκεί, μαζί μου.

Εγώ στη θέση σου θα με αγαπούσα.
Θα μου έλεγα ναι, θα μου έλειπε
χρόνος για να τρέξω μέχρι τα χέρια μου,
ή τουλάχιστον, ξέρω εγώ, θα απαντούσα
στα μηνύματά μου, στις απόπειρές μου
να μάθω τι τρέχει με σένα, θα μου τηλεφωνούσα,
τι θα γίνει με μας, θα μου έδινα
ένα σημείο ζωής, εγώ στη θέση σου.



Juan Vicente Piqueras 




Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

Καρφί-φιλί


Αποτέλεσμα εικόνας για φιλημα ιουδα


- Ποιο καρφί σε πόνεσε πιο πολύ;
- Το φίλημα του Ιούδα.


Ιησούς



Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

Αλλαγή




Τα φιλιά άλλαξαν χείλια και σπίτια οι καρδιές. 



Ερασιτέχνης Άνθρωπος



Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Η γείτων




Και ήτον
η γείτων
ξανθή, λευκοχίτων,
εστία χαρίτων
αφάτων, αρρήτων,
που έλεγα φρίττων,
το μέτωπον πλήττων
«Ω, είθε αχίτων
να ήτον
η γείτων!» 




Πάνος Γιαννόπουλος ή Τιμολέων Αμπελάς





Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Αν αγαπάς πώς να το καταλάβεις;




«... Άμα πεινάς το ξέρεις. Φωνάζουνε τα σπλάχνα σου. Άμα κρυώνεις, το ίδιο. Άμα αγαπάς, πώς να το καταλάβεις; Γιατί, τι είναι η αγάπη; Κάποιος πήγε να πει κάτι και δεν είπε τίποτα. Είπε πως είναι κάτι σαν φωτιά. Μα είναι;
Άλλος είπε πάλι, πως είναι δροσούλα, άλλος σαν δοξαριά. Τι είναι τέλος πάντων...»
«Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;
Ένα πουλάκι κελαηδά ολομόναχο σ' ένα έρημο δάσος...
Αν δεν τ' ακούσει κανείς.. είναι κελάηδηγμα;
Κι είναι μπορετό να κελαηδήσει γλυκά ένα ολομόναχο πουλάκι, αν δεν υπάρχει πίσω από κάποιο φύλλο το αυτάκι ενός άλλου πουλιού;
Πήγαν κι οι σοφοί να πούνε κάτι πάνω σ' αυτό και τα κάνανε θάλασσα. Αυτοί, γι' αγάπη!... Τα μωρά ξέρουν περσσότερα.
Ένα λουλούδι είπε: «Αγάπη; Είμαι εγώ». Τρελαίνεσαι με τέτοια καμώματα. Ένας «Πέρσης» θα πει αυτό είναι «τρίχα».
Ένας βαρκάρης θ' αφήσει τα κουπιά και θα σκουπίσει το κούτελο του. Δε θα ξέρει να πει τίποτα. Μπορεί αυτό να είναι αγάπη.
Μα είναι; Ποιος να του το πει;
Όσο έχεις κάτι μέσα σου και δε χρειάζεται να το πεις, το έχεις και ησυχάζεις.
Σε καίει... Σε λιώνει... Εσύ το βλέπεις. Κι αντί να βάλεις τα κλάμματα, το ρίχνεις στο τραγούδι.
Είσαι μεθυσμένος και δεν έχεις πιει ούτε στάλα!
Αυτό το «πράμα» πρέπει να σκάβεις μέσα σου μια λακούβα να το θάβεις, κι ό, τι βρέξει.
Μην το λες πουθενά. Άστο να σε κάψει. Θα ξέρεις ότι χάνεσαι λίγο λίγο από μια αρρώστια που δεν ξέρεις τ' όνομά της.
Θα ξέρεις όμως ότι είναι μια αρρώστια, που σε κάνει όμορφο. Ομορφαίνεις και πεθαίνεις...
Κι όταν θα νομίσεις ότι πέθανες... θα 'χει τελειώσει η αρρώστια. Θα είσαι ζωντανός, μα θα είσαι και άσκημος.
Θα 'χεις φρικτά ασκημίσει.
Αλήθεια... αυτό είναι η αγάπη;
Όποιος αγαπά δεν μπορεί 
να το πει. Κι όποιος δεν αγαπά, δεν το ξέρει...



Μενέλαος Λουντέμης



(απόσπασμα από το βιβλίο του «Ένα παιδί μετράει τ' άστρα»)



Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Υπάκουος σκύλος





Αν θέλεις σκύλο πάρε εμένα
μου λες κάτσε και κάθομαι
σήκω και σηκώνομαι
φέρε εκείνο ή το άλλο και είμαι πίσω στο λεπτό
ένα κόκκαλο αν πετάξεις θα σου πω πως μ' αγαπάς
ένα "μπράβο καλό σκυλάκι" σε υπακούω μια ζωή
με ένα κιχ τεντώνω τ' αυτιά να σε φυλάξω απ' τον εχθρό
στα ψέματα κάνω πως κοιμάμαι
να μπερδεύω τους κλέφτες και τα παιδιά με τις πέτρες
σπιτάκι μην μου κάνεις, κουλουριάζομαι στο χώμα
πλένομαι μόνη μου και από ακαθαρσίες τίποτα
και προς Θεού ούτε γαβγίζω, ούτε δαγκώνω.


Ερασιτέχνης Άνθρωπος